Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

«Αργά τη νύχτα»

Μάνος Ελευθερίου
Ένα ανέκδοτο προφητικό κείμενο
(Χρήστος Ασημακόπουλος για το ogdoo.gr)

 (Ο Μάνος Ελευθερίου αποχώρησε από τη ζωή σχεδόν δύο χρόνια πριν. Αποχώρησε το σώμα του, γιατί η πνευματική του οντότητα είναι παρούσα. Την αντιλαμβανόμαστε σαν την αχλή του πρωινού, γύρω μας, μέσα μας. Αλαφροπάτητη κατοικεί στα χείλη και τα μάτια μας, υπομειδιά με τον δικό του παιγνιώδη τρόπο.
Ο Λόγος ανήκει στον ίδιο, σας παραθέτω ένα ανέκδοτο κείμενό του με τίτλο «Αργά τη νύχτα»
Είναι αξιοζήλευτη η διαύγεια και η μαεστρία που δομεί τη σκέψη του. Λιθαράκι, λιθαράκι δημιουργεί με υπομονή ένα ψηφιδωτό που απεικονίζει με σπαράγματα από τις εικόνες του παρόντος έναν μελλοντικό άχρονο κόσμο.)
 "Αργά τη νύχτα όταν τελειώσουν οι νοσοκόμες τη βάρδια τουςκαι περιμένουν εκείνες που θα πάρουν τη θέση τους. 

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Μια θάλασσα που τη λένε «Δελώνη»

Γράφει η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου 

Ο Αντώνης Δελώνης (1935- Μάιος 2019) γεννήθηκε στην Αθήνα, υπηρέτησε στη Δημόσια Εκπαίδευση. Έγραψε μυθιστορήματα και θεατρικά έργα για παιδιά και νέους. Κείμενά του έχουν περιληφθεί σε πολλές Ανθολογίες και έχουν μεταφρασθεί στα γαλλικά, αγγλικά, ρωσικά. Ο Αντώνης Δελώνης υπήρξε συγγραφέας -κυρίως- για εφήβους και νέους. Με ζωντανή γλώσσα, χιούμορ, με γνώση της ψυχολογίας τους και των λογής προβλημάτων που αντιμετωπίζουν (στο σχολείο, στο σπίτι, στην κοινωνία) "χτίζει" μυθιστορήματα που έχουν συναρπαστικό ενδιαφέρον, ευαισθησία, αισιοδοξία για το μέλλον και πίστη στον έρωτα και τη φιλία.
Έχει λάβει αρκετά πρώτα βραβεία για μυθιστόρημα, ποίηση και θέατρο. Το 2008 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο για το παιδικό μυθιστόρημα «Αγαπώ μια γάτα! Εντάξει;»

« Ο Αντώνης Δελώνης, φίλος εδώ και τριάντα χρόνια, πάντα μου θύμιζε κι εξακολουθεί να μου θυμίζει τη θάλασσα, όσο περίεργο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο… 
 Καταρχάς πρέπει να δηλώσω πως τη θάλασσα την αγαπώ πολύ. Κάθε τόσο, όλο και σε κάποιο σημείο του πλανήτη «φουρτουνιάζει» άξαφνα. Κι ύστερα γαληνεύει εκεί που δεν το περιμένεις, η αντάρα περνάει… ΄Ετσι συμβαίνει και με το φίλο μου τον Δελώνη. Κατά καιρούς θυμώνει ξαφνικά με κάποιον ή με κάποιους. ΄Υστερα, το ίδιο απρόβλεπτα, ο θυμός του εξατμίζεται το μπουρίνι φεύγει… 
 Στην αγκαλά της θάλασσας χωρούν πλήθος ζωντανοί οργανισμοί, από το πλαγκτόν ίσαμε ψάρια κάθε μεγέθους, θαλάσσια θηλαστικά μικρά και μεγάλα, οστρακοειδή πάσης φύσεως, κοράλλια και άλλα που αναπτύσσονται στο νερό. ΄Ετσι και στην «αγκαλιά» του Δελώνη χωρούν λογής γνωστοί ή και άγνωστοι, συγγενείς μακρινοί και κοντινοί, φίλοι στενοί, φίλοι απλοί, αλλά κυρίως παιδιά, που, όντας δάσκαλος πραγματικός και συνειδητός, τ’ αγάπησε βαθιά και τους αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. 

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Η αγωνία ενός μικρού αγγέλου

Του Πάουλο Κοέλιο (Paulo Coelho)* 

Μια φορά και ένα καιρό ένα παιδί ήταν έτοιμο να γεννηθεί. Την προηγούμενη ημέρα ρώτησε το Θεό: «Μου λένε ότι θα με στείλεις αύριο στη γη. Φοβάμαι. Πώς θα μπορέσω να ζήσω εκεί; Είμαι μικρός και αβοήθητος». Και ο Θεός του απάντησε: «Μην ανησυχείς. Έχω φροντίσει για σένα. Μεταξύ πολλών Αγγέλων διάλεξα έναν και για σένα. Θα σε περιμένει στη γη και θα σε φροντίζει». 
Το παιδί επέμενε.  
«Ναι, αλλά εδώ στον παράδεισο δεν κάνω τίποτα άλλο από το να τραγουδάω και να γελάω κάθε μέρα! Μόνο αυτά χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένος! Θα νοιώθω τόση ευτυχία στη γη;» 
Τότε ο Θεός του είπε: 
«Ο Άγγελος που έχω διαλέξει για σένα, ο Άγγελός σου, θα σου τραγουδάει όλη την ημέρα. Θα αισθάνεσαι την αγάπη του κι έτσι θα είσαι ευτυχισμένος». 

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Όνειρα με χαρταετούς και περιστέρια

Συγγραφέας: Φαριάντ Φερεϊντούν  
Εκδόσεις Κέδρος 

 Στο βιβλίο παρακολουθούμε την καθημερινή ζωή δύο αγοριών φτωχικής οικογένειας στην Περσία. Ο Αλβάν γράφει ωραίες εκθέσεις και λατρεύει τους χαρταετούς. Ο Μεϊλού, ο μεγαλύτερος αδελφός, αγαπά τα περιστέρια. Ο καλύτερος φίλος του Αλβάν είναι ο Σαλέμ. Τα καλοκαίρια, τα παιδιά χωρισμένα σε δύο ομάδες, την ομάδα Τακ και την ομάδα Ζαρίν, παίζουν πετροπόλεμο. Όμως ξεσπά πραγματικός πόλεμος. Γίνονται μεγάλες καταστροφές και σκοτώνονται πολλοί άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και οι δύο μικρές αδελφές του Σαλέμ, η Τουλή και η Σεκουλή. Τα παιδιά υπερασπίζονται ενωμένα την πατρίδα τους. Κι ο Αλβάν ονειρεύεται ότι κάποτε ο πόλεμος θα τελειώσει.

" Οι βροχοσταγόνες του μεγάλου συννεφόδεντρου γέμισαν όλο τον ουρανό με μικρά πράσινα λιόφυλλα*. Τα φύλλα τύλιξαν ολόγυρα τ' αυτόματα και τα ντουφέκια και τα έκαναν σαν ανάλαφρα κλωνάρια δέντρων. Απ' τις κάννες των όπλων, αντί για σφαίρες, μπαρούτι και καπνό, τινάζονται λουλούδια, πεταλούδες, λιμπελούλες* και μπομπόνια. Τα παιδιά της ομάδας Ζαρίν πυροβολούν την ομάδα Τακ όχι με σφαίρες, αλλά με μικρά μπουκέτα λουλούδια και πολύχρωμες πεταλούδες. Κι απ' αντίκρυ, η ομάδα Τακ απαντάει με λιμπελούλες και μπομπόνια*. Ο αέρας έχει γεμίσει μυρωδιές απ' τα λουλούδια κι απ' τα μπομπόνια. 
Ήταν σαν μέρα Πρωτοχρονιάς ή σαν γιορτή των Αγίων Πάντων. Τα παιδιά των δύο αντίθετων μαχαλάδων* ξεσπούν σε γέλια και τα γέλια τους ανεβαίνουν ως τον έβδομο ουρανό*. Γέλια, γέλια, χαρές και αγάπες κυριεύουν τα πάντα. Ο Αλβάν, εκεί ψηλά, πλάι στο πελώριο δέντρο που οι ρίζες του είναι στον ουρανό και τα κλαδιά του σ' όλον τον κόσμο, ο Αλβάν με τα χρωματιστά μπαλόνια του πετάει ανάλαφρα, πλημμυρισμένος από χαρά και νιώθει πως ο ήλιος και το φεγγάρι είναι δυο ρόδες στο δικό του ποδήλατο. Θέλει να πηδήσει στη σέλα των άστρων και κρατώντας το τιμόνι του ανέμου να φύγει μες στο άπειρο.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Θεσσαλονίκη, Πρωτομαγιά 1936

Θεσσαλονίκη, Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσής του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών - των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της... 
(Πηγή: SanSimera.gr) 











«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, 
άνοιξη, γιε, που αγάπαγεςκι ανέβαινες απάνω 

 Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις, 
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης 

 Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια, 
τόσα όσα μήτε του γιαλού δεν φτάνουν τα χαλίκια 

 Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά τα ωραία θα ‘ν' δικά μας 
και τώρα εσβήστης κι έσβησε το φέγγος κι η φωτιά μας...»  

Ακούστε τον ποιητή να απαγγέλλει 
και τη Μαρία Φαραντούρη να ερμηνεύει:
Γιάννης Ρίτσος: «Επιτάφιος» 


Τρίτη 21 Απριλίου 2020

«Η εξομολόγηση ενός τυράννου»

(Με αφορμή τη σημερινή επέτειο του πραξικοπήματος της 21-4-1967 και της επιβολής δικτατορίας από επίορκους συνταγματάρχες με επικεφαλής τον Γ. Παπαδόπουλο δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το έργο «Ξενοφώντος «Ιέρων», έργο διαχρονικό και -συχνά- επίκαιρο)
  «Θα σου αναφέρω, Σιμωνίδη, κι άλλο ένα φοβερό πάθημα των τυράννων. Γνωρίζουν βέβαια και αυτοί εξ ίσου καλά όσο και οι ιδιώτες ποιοι είναι κόσμιοι και σοφοί και δίκαιοι. Αλλά, αντί να τους θαυμάζουν, τους φοβούνται: τους ανδρείους τους φοβούνται μήπως αποτολμήσουν τίποτε για χάρη της ελευθερίας, τους σοφούς μήπως μηχανευθούν κάτι εις βάρος τους και τους δικαίους μήπως το πλήθος επιθυμήσει να κυβερνηθεί απ᾽ αυτούς. [2] 
 Όταν λοιπόν τους βγάλουν κρυφά από τη μέση όλους αυτούς, ποιοι άλλοι τους απομένουν για να χρησιμοποιήσουν εκτός από τους άδικους, τους ακρατείς και τους δουλοπρεπείς; Στους άδικους έχουν εμπιστοσύνη, επειδή και αυτοί φοβούνται, όπως και οι τύραννοι, μήπως οι πόλεις ελευθερωθούν ποτέ και τους καθίσουν στο σκαμνί· τους ακρατείς τους εμπιστεύονται επειδή τους χρειάζονται προκειμένου ν᾽ ασκήσουν την τωρινή τους εξουσία, και τους δουλοπρεπείς επειδή ούτε οι ίδιοι κρίνουν τον εαυτό τους άξιο της ελευθερίας. 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Απάνω Σύρα... Παραμονές Πάσχα...

«Τότες ύπαρχε μπέσα και φιλότιμο…» 

 Μ' ένα μικρό αφήγημα, που έχει κυκλαδίτικη κελαρυστή γραφή και προπασχαλινή ατμόσφαιρα, θυμίζοντας την ανθρωπιά και καλοσύνη απλών κι αγράμματων ανθρώπων τα χρόνια του '50 και του '60, θέλουμε να σας ευχηθούμε «Καλό Πάσχα» και «Καλή Ανάσταση». Πρόκειται για την ιστορία «Η κυρα-Λένη» που διαδραματίζεται στην Άνω Σύρο και περιλαμβάνεται στη συλλογή αφηγημάτων της Λουκρητίας Δούναβη «Φωνές του σώματος» (εκδόσεις «Εστία»).
 (ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ-http://www.enet.gr/)

 «Ο μπαρμπα-Νικόλας, πλανόδιος μανάβης, είχε το σέβας ολωνών, γιατί ήταν απονήρευτος, μα και καλοσυνάτος. Φόρτωνε από το χάραμα τα καφάσια του γαδάρου του με ό,τι ύπαρχε, κάθε πράμα στον καιρό του, χόρτα, κρομμύδια, πατάτες, ζαρζαβατικά ολόφρεσκα, που ήτανε για στόλισμα στο βάζο. Τα προφαντά μυροκοπούσανε. Εκειδά, στο έμπα του χειμώνα τα μανταρινοπορτόκαλα και του καλοκαιριού αρχή αρχή τ' αγγούρια, οι ντομάτες, τα καϊσιά και τα ποπόνια, που με τη μυρωδιά τους ησπούσανε τη μύτη... » 
Ο μπαρμπα-Νικόλας για τα βερεσέδια τεφτέρι δεν βαστούσε, τριγύρναγε μ' ένα μολύβι στ' αυτί και τα 'γραφε μ' αυτό στο κάτασπρο ντουβάρι του κάθε σπιτιού που του χρώσταγε. 
Πρόσεχε να 'ναι το μέρος σκεπανό απ' τη βροχή να μη μουτζαλωθούνε. Τότες ύπαρχε μπέσα και φιλότιμο. Κανένα χέρι δεν τ' αγγούσε. Πριν από τη Λαμπρή ασπρίζανε τα σπίτια, για να βαστάνε παστρικά στην εορτή του Αϊ-Γιωργιού ακόμα και της Αγιας Δωριάς, που θα περνούσε η λιτανεία. Τα βερεσέδια κλείνανε σε κύκλο στο ντουβάρι, μη λάχει με το ασβέστωμα και λερωθούνε.