Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023

«Μια νύχτα στο βιβλιοπωλείο»

 Μαίρη Κόντζογλου–Εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 «Η ανάγνωση, όπως και η συγγραφή, τελικά είναι αγρύπνια» λέει της Θεολογίας ο βαθυστόχαστος ιδιοκτήτης του Φεγγαριού, βιβλιοπωλείου που διανυκτερεύει για να βρίσκουν εκεί καταφύγιο οι αθεράπευτα βιβλιομανείς, και την προσλαμβάνει… 

Μια νύχτα που η πόλη δακρύζει από την πυκνή ομίχλη, το Φεγγάρι δέχεται κάθε είδους επισκέπτες: εραστές της λογοτεχνίας, προδομένες υπάρξεις, οικονομικούς και ερωτικούς μετανάστες, διανοούμενους και τύπους λαϊκούς, επιχειρηματίες και καλλιτέχνες, ορθολογιστές και ρομαντικούς, ακόμη και ήρωες του Σαίξπηρ.
Όλοι τους, μέσα στη ζεστασιά του Φεγγαριού, θα απλώσουν την προσωπική τους πραμάτεια, τις πληγές, τα όνειρα, τις χαρές και τις λύπες τους, αγωνίες, ελπίδες και δεδομένα και θα γεμίσουν τις ώρες της αγρύπνιας μέχρι ο ήλιος να λάμψει πάλι.

Παρ’ όλο τον σχεδιασμό και τις λεπτομερείς ετοιμασίες, το ξεκίνημα ενός καινούργιου βιβλίου –όπως και η αναχώρηση για ένα ταξίδι– ποτέ δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί και αγνοεί παντελώς πού θα την οδηγήσει, σε ποια ακτή ονείρων θα την ξεβράσει μισοπνιγμένη από τη συγκίνηση, σε πόσες βουνοκορφές θα την ανεβάσει για να αγναντέψει τις πεδιάδες των ιστοριών κάτω από τα πόδια της.

(ΠΗΓΗ: https://www.literature.gr/ )

 Διαβάστε ένα απόσπασμα ΕΔΩ.


Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

Γιάννης Ρίτσος:

«Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού»
                     (Απόσπασμα-Εκδ. ΚΕΔΡΟΣ) 

 Το «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού» είναι ένα λυρικό ποίημα που αναφέρεται στα παιδικά χρόνια. Ένα αφιέρωμα στα νιάτα, στη χαρά και στην ελευθερία. 

 «ΤΩΡΑ έχουν κλείσει τα σχολεία. Έχουμε καλοκαίρι. 
 Μαζεύουμε λουλούδια και τζιτζίκια και γεμίζουμε το γραφείο του πατέρα και τα τραπέζια όπου σκύβαμε τις νύχτες του χειμώνα διαβάζοντας λατινικά. 
 Αντί για αλάτι ρίχνουμε κρυφά δυό φούχτες ήλιο και φαί που μαγερεύει η μάνα μας. 
 Το μεσημέρι δε θα φάει κανένας. 
 Μέσα στα πιάτα θα γυαλίζει ο ήλιος. 
 Ο πατέρας θα ‘ναι σοβαρός. 
 Η μητέρα λυπημένη. 
 Εμείς θα κάνουμε πως δεν ξέρουμε τίποτα. 
Θα κοιτάμε απ’ το παράθυρο τον ήλιο και θα κρυφογελάμε. 
 Εμείς θα φάμε το φαΐ μας. 
Κι όταν έρθει μεθαύριο ο χειμώνας, ακόμα ο ήλιος θα φέγγει στην καρδιά μας. 
 ΑΡΧΙΣΕ κείνο το παιχνίδι που ‘χε τελειώσει. 

 Οι παπαρούνες μέθυσαν από ήλιο κι έγιναν κόκκινες πεταλούδες που γεμίζουν τον αέρα, κάθουνται στ’ άσπρο καμπαναριό της μικρής αγροτικής εκκλησιάς και ζυγιάζουνται στους ώμους των περιστεριών. 
Τούτη την ώρα δεν ξέρουμε τίποτα να πούμε – μια κι ο ήλιος που ξέρει απ’ όλους πιο πολλά μας φωνάζει να παίξουμε στον κάμπο…»

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

«Άλλο ένα καλοκαίρι…»

 Τίτος Πατρίκιος*

 









Για σκέψου να μην πρόφταινα
κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό
να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου

να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τους δικούς μου που αγαπώ

να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά
ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου

να κολυμπάω σε θάλασσες ζεστές
ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά
ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους
ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

Έτσι καθώς το πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι
λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα
για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά
άσε να δούμε και για παραπέρα.

 *Ο Βαπτιστής[3] - Τίτος Πατρίκιος  (Αθήνα21 Μαΐου 1928) είναι Έλληνας ποιητήςπεζογράφος και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Το 1994 τιμήθηκε με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Οι χαμένοι φίλοι έρχονται πάντα ξαφνικά…

 Μάνος Ελευθερίου

 Σαν σήμερα, πριν από 5 χρόνια, στις 22 Ιουλίου 2018, έφυγε από τη ζωή ο κορυφαίος Έλληνας ποιητής, στιχουργός και λογοτέχνης Μάνος Ελευθερίου, ο δικός μας Μάνος, αναζητώντας «άλλους κήπους» σε «άλλες πολιτείες»!

Στη μνήμη του δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα –χαρακτηριστικό του τρόπου γραφής, αλλά και σκέψης του Μάνου Ελευθερίου- από το πρώτο μυθιστόρημά του «Ο καιρός των χρυσανθέμων» που αγαπήθηκε από τους αναγνώστες και απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

 


«ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΦΙΛΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΞΑΦΝΙΚΑ. Χτυπούν την πόρτα σου – μιαν άλλη πόρτα. Δεν είναι το δικό σου σπίτι. Εσύ δεν είχες. Κι έχεις αλλάξει τόσα σπίτια, που τώρα δεν ξέρεις ούτε εσύ πού μένεις. Ξεκινάς και πάντα στέκεις ανάμεσα σε δέκα σπίτια και δεν θυμάσαι πού μένεις. Αλλά οι άλλοι, που φορούν κατάσαρκα τη νύχτα, πώς σε βρίσκουν;

Βάζεις το κλειδί σε μια πόρτα. Δεν ανοίγει. Κάνεις θόρυβο. Την ανοίγουν οι νοικοκυραίοι και σε ρωτούν τι θέλεις. Τίποτε δεν θέλεις. «Και πώς με το κλειδί;» σου λένε. «Τι είναι αυτό; Θα φωνάξουμε την αστυνομία». Πώς να εξηγήσεις; Όταν επιτέλους βρεις το σπίτι σου, θέλεις να ξαπλώσεις. Κανένας εδώ δεν θα φωνάξει την αστυνομία. Προς τι άλλωστε; Δεν τη φώναξαν γιατί σε λυπήθηκαν…

Σταματημένα καράβια στη μέση του πελάγου είναι οι φίλοι σου. Σάπια καράβια, έρμαια της βροχής και των κυμάτων. Κουβαλώντας βαλίτσες με άχρηστα ρούχα από ρόλους ανθρώπων που ποτέ δεν έπαιξαν ή έπαιξαν κι έφαγαν τα μούτρα τους, με τα παιδικά τους κοντά, βελούδινα παντελονάκια –για γούρι– τυλιγμένα προσεκτικά.

Αποκόμματα εφημερίδων. Χαρτιά της αστυνομίας. Αφίσες με το ερειπωμένο τους πρόσωπο επιχρωματισμένο. Ξύλινα κουτιά που κρύβουν ψεύτικα βυζαντινά στέμματα, ζώνες, παραμάνες, καρφίτσες, βελόνες, κουμπιά, κόπιτσες, κλωστές. Και πολλά τσίγκινα κουτάκια με πούδρες και μπογιές για το πρόσωπο. Περούκες, πομάδες και αρώματα. Κι ακόμη τα σκηνικά μιας μελλοντικής ευτυχίας σε ταλαιπωρημένα θεατρικά έργα…

Οι φίλοι σου είναι το εισιτήριο για να μπεις σε μια πόλη. Να μπεις σ’ ένα θέατρο και σ’ ένα ιπποδρόμιο. Μοιάζουν να χάνονται σιγά σιγά, όπως αν αφήσεις τη φωτογραφία πολύ καιρό στον ήλιο. Αυτούς τους φίλους δεν θα τους ξαναβρείς. Αν έρθουν, θα κρατούν περγαμηνές και χρυσόβουλα. Θα ‘ναι ντυμένοι με ιερατικά άμφια, κεντημένα με διαμαντικά, και θα σου αναγγείλουν την απέραντη μοναξιά που σε περιμένει, όσο ζεις σ’ αυτή την άρρωστη πόλη του χαμού…»

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2023

«Τα μπουκουμπάρδια»

(Απόσπασμα διηγήματος από το βιβλίο του Δημοσθένη Παπαμάρκου «ΓΚΙΑΚ»- Εκδ. ΠΑΤΑΚΗ)

«Της αγια-Μαρίνας γλύκα

παίρνουνε όλα τα σύκα» (Παροιμία)



 «Ε, μα, βλέπεις λοιπόν που δεν ξέρεις να τρως; Βλέπεις; Αυτά δω να διαλέγεις. Τα μικρά, τα μαύρα. Αυτά είναι τα πιο ωραία. Τα μπουκουμπάρδια. Αυτά είναι γλυκά άλλο πράμα. Όταν ήμασταν μικροί εμείς, όλο αυτά κυνηγάγαμε. Άμα είχε καμιά συκιά αδέσποτη, τη γυρνούσαμε γύρω γύρω όλο το καλοκαίρι πότε θα γινόσουνε τα σύκα να πάμε να κόψουμε πρώτοι. Γινόταν χαμός. Μην κοιτάς τώρα που τα ‘χετε όλα πλούσια τα ελέη. Τότες δεν ήταν όπως τώρα, που λες θα φάω γλυκό και πας και παίρνεις μια πάστα. Εμείς αυτά είχαμε για γλυκό. Και δεν τα ‘βρισκες κιόλας. Άμα είχες συκιά τη φύλαες, γιατί μετά δεν είχε. Τώρα φορτωμένα είναι και τ’ αφήνουνε να σαπίζουνε, γιατί τους έρχεται βάρος να πάν’ να τα μαζέψουνε.  Δεν είχε να πας στη λαϊκή να πεις δώ’ με ένα κιλό απ’ αυτό, δώ’ με ένα κιλό απ’ τ’ άλλο. Όχι! Ο κόσμος πείναγε, κοίταγε να πάει να πάρει φαΐ να περάσει. Τώρα ό,τι τραβάει η ψηχή σου το βρίσκεις. Τι τα θες; Αλλιώς μεγαλώσαμε εμείς…

Εγώ που λες, όπου τά ‘βρισκα τα ψόφαγα. Τα είχα λίμα πολλή. Καμιά φορά τά ‘τρωγα και πιο άγουρα. Έτσι με το γάλα στο κοτσάνι… Όπου έβρισκα τα σάιζα. Μπορούσα να κάτσω να φάω μια συκιά μοναχό μ’ …»

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Μαρσέλ Προυστ… Σαν σήμερα...

 Σαν σήμερα, 10 Ιουλίου 1871, γεννήθηκε ένας από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα, ο Γάλλος συγγραφέας, δοκιμιογράφος, κριτικός Μαρσέλ Προυστ!

 


[…] Το ύφος είναι για τον συγγραφέα, όπως και το χρώμα για τον ζωγράφο, θέμα όχι τεχνικής, αλλά οράματος. Είναι η αποκάλυψη, που θάταν αδύνατη με μέσα ευθέα και συνειδητά, της ποιοτικής διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο πώς στον καθένα μας παρουσιάζεται ο κόσμος, διαφορά που, αν δεν υπήρχε η τέχνη, θα έμενε το αιώνιο μυστικό του καθενός μας. Μόνο με την τέχνη μπορούμε να βγούμε από τον εαυτό μας, να γνωρίσουμε αυτό που βλέπει ένας άλλος από αυτόν τον κόσμο που δεν είναι ίδιος με τον δικό μας, και του οποίου τα τοπία θα μας έμεναν για πάντα το ίδιο άγνωστα μ’ αυτά που μπορεί να υπάρχουν στη σελήνη. Χάρη στην τέχνη αντί να βλέπουμε έναν μόνο κόσμο, τον δικό μας, τον βλέπουμε να πολλαπλασιάζεται, και όσοι πρωτότυποι καλλιτέχνες υπάρχουν, τόσους κόσμους έχουμε στη διάθεσή μας, πιο διαφορετικούς μεταξύ τους από αυτούς που βρίσκονται στο σύμπαν, και πολλούς αιώνες μετά που έσβησε η εστία από όπου έφεγγαν, είτε λέγονταν Ρέμπραντ είτε Βέρμερ, μας στέλνουν ακόμα την ειδική ακτίνα τους […]

Είναι τα πάθη μας που σχεδιάζουν τα βιβλία μας, η ενδιάμεση ανάπαυλα που τα γράφει […]

 (Αποσπάσματα από το έργο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ, εκδόσεις Εστία, το μυθιστόρημα των 3.200 σελίδων στις οποίες ο συγγραφέας χαρτογράφησε τη ζωή του και τα ήθη και την πολιτική της εποχής του!)

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023

Γυμνός, Ιούλιο μήνα...

Οδυσσέας Ελύτης: «Ο μικρός ναυτίλος» (Εκδ. Ίκαρος)



«Γυμνός, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.

Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο. Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.»