Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

Η Μαρία της φυγής…

"Έρως, Θέρος, Πόλεμος"
Ευγενία Φακίνου- Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 
 Σύμη 1919
Η εποχή των θαυμάτων για το νησί. Ο ηλεκτρισμός, το ραδιόφωνο, ο κινηματογράφος αλλά και η σκληρή Ιταλική Κατοχή.
 Η Μαρία, η ηρωίδα του βιβλίου, είναι το τρίτο από τα έξη παιδιά του Σωτήρη και της Ελένης. Γεννήθηκε στη Σύμη το 1919 με το νησί να είναι υπό ιταλική κατοχή. Μεγαλώνοντας φροντίζει τα τρία μικρότερα αδέλφια της. Με μεγάλη επιμονή της μητέρας της Ελένης, πηγαίνει σχολείο. Αναγκάζονται να περπατούν πολύ ώρα κάτω από δύσκολες συνθήκες για να φτάσουν. Αυτό όμως δεν την ενοχλεί γιατί η δίψα της για μάθηση είναι μεγάλη. Έζησε και το ''θαύμα'' του ηλεκτρισμού, το βράδυ του 1928 που ηλεκτροδοτήθηκε πρώτη φορά το νησί.
 Την άνοιξη του 1931 στα 12 της πάει σε μια θεία της στην Αίγυπτο στο Πορτ Τεουφίκ, που της υποσχέθηκε να την βοηθήσει και να την καλοπαντρέψει. Φτάνοντας ανακαλύπτει πως η θεία της την ήθελε για υπηρέτρια.
 Αλεξάνδρεια 1938 
Ο πόλεμος προ των πυλών. Ευτυχώς γνωρίζει την Κα Θέκλα, εθελόντρια στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο, που θα την βοηθήσει πάρα πολύ. Αρχικά πήγε για γκουβερνάντα στο σπίτι του γιού της θείας της, αλλά η γυναίκα του της συμπεριφερόταν άσχημα και όταν ζήτησε τον μισθό της και το διαβατήριό της για να φύγει, αρνούνταν να της τα δώσουν.

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Πόσο σοφός αισθάνεται ένας 86χρονος κάτοχος Νόμπελ λογοτεχνίας ;

Αποσπάσματα από την ομιλία του Ζοζέ Σαραμάγκου στην απονομή του Νόμπελ , στο συμπόσιο που ακολούθησε και από μια συνέντευξη (όλα σε μετάφραση του «Ναυτίλου»)

 «- Ο πιο σοφός άνθρωπος που γνώρισα σ' ολόκληρη τη ζωή μου δεν μπορούσε ούτε να διαβάσει ούτε να γράψει . Ήταν ο παππούς μου κι ήταν αναλφάβητος . Το χειμώνα όταν έκανε τόσο κρύο που ακόμη και το νερό που είχαμε στα κανάτια μέσα στο σπίτι γινόταν πάγος , πήγαινε στο χοιροστάσιο κι έπαιρνε τα πιο αδύναμα γουρουνάκια για να τα βάλει στο κρεβάτι του . Κάτω απ' τις τραχιές κουβέρτες , η ζεστασιά των ανθρώπων θα έσωζε τα ζωντανά από βέβαιο θάνατο . Αν κι ήταν καλός άνθρωπος δεν το έκανε από συμπόνια αλλά γιατί μ' αυτόν τον τρόπο προστάτευε τον επιούσιό του , όπως είναι φυσικό για ανθρώπους , οι οποίοι για να παραμείνουν ζωντανοί δεν έχουν μάθει να σκέφτονται περισσότερο απ' όσο είναι απαραίτητο . Κάποια ζεστά καλοκαιρινά βράδια , μετά το δείπνο μου έλεγε : "Ζοζέ απόψε θα κοιμηθούμε κάτω απ' τη συκιά" . Κι εκεί μες στη σιγαλιά , με τον ύπνο ν' αργεί , η νύχτα γέμιζε με τις ιστορίες που ο παππούς μου έλεγε και ξανάλεγε : θρύλους , φαντάσματα , παλιούς θανάτους , διχόνοιες , λόγια των προγόνων μας ... Ένας ακατάπαυστος ψίθυρος αναμνήσεων που με κρατούσε ξύπνιο και ταυτόχρονα με νανούριζε γλυκά ... 

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Η Αποκριά στη λογοτεχνία

...Η Αποκριά στις αρχές του αιώνα μας, είχε το παλιό καλό χρώμα, δεν ήταν ξεθωριασμένη, δεν είχε ακόμη εμπορευματοποιηθεί και φολκλοροποιηθεί. Είχε αυθορμητισμό, χειμαρρώδη έκφραση στον τομέα της πολιτικής και κοινωνικής σάτιρας.
 Αυτές τις αυθεντικές εικόνες, που μας επιβεβαιώνουν τα προαναφερθέντα, μπορούμε να τις γνωρίσουμε, αν στραφούμε στο τι έγραψαν για την εποχή εκείνη Έλληνες λογοτέχνες και πώς περιέγραψαν το έθιμο.
Ο Κων/νος Χρηστομάνος στο έργο του “Κερένια κούκλα”, παρουσιάζει σκηνές από την ξέφρενη Αποκριά στην Αθήνα στις αρχές του αιώνα μας.
 «Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο! Τι οχλοβοή! Τι συμφερτός! Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν το λαντό αργά, τόνα πίσω από το άλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα με νταντέλες μαύρες, μ’ άσπρα γάντια και κάτι μακριές χρωματιστές κορδέλες κρεμασμένες πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. Στραγάλια, Μπουκετάκια, Ρουκέτες από σερπαντέν και βροχή το κομφετί. Και σφυρίγματα και τρόμπες και χάχανα, τροκάνια, χαρτοπόλεμος, στραγαλιές κατάμουτρα και μαγκαρίδα και μαρίδα από πίσω ατέλειωτη…»

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Γιατί ξεχνάμε τα βιβλία

που διαβάζουμε;

Γιατί δε δίνουμε αρκετή σημασία, πια, σ' αυτά που διαβάζουμε και πώς έχει επηρεάσει το διαδίκτυο την κατάσταση αυτή;
Σας έχει συμβεί ποτέ να προσπαθείτε να θυμηθείτε την πλοκή μιας ταινίας ή το περιεχόμενο ενός βιβλίου και να δυσκολεύεστε;
Μπορεί να θυμάστε για παράδειγμα την έκδοση, το εξώφυλλο, το μέρος από όπου το αγοράσατε αλλά να μην μπορείτε με... τίποτα να θυμηθείτε την υπόθεση.
Τρομερό ε;
 Σύμφωνα με τον ερευνητή στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, Jared Horvath, ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι δέχονται και επεξεργάζονται τις πληροφορίες έχει επηρεάσει τη μνήμη τους - και αυτή η μνήμη δεν είναι σε θέση να «θυμάται» κάτι που έχετε διαβάσει ή έχετε δει, έξι μήνες πριν.

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Δελτίο καιρού…

Της Βάνιας Σύρμου / Bookpress.gr 

“Το ραδιόφωνο συντονισμένο στη συχνότητα του τοπικού σταθμού έπαιζε όπως κάθε πρωί σε χαμηλή ένταση. Σκυμμένη πάνω από μια σελίδα λευκού χαρτιού στο τραπέζι της κουζίνας έγραφε απορροφημένη τις σκέψεις της με ρυθμό σταθερό και αποφασιστικό. Οι λέξεις ξεχύνονταν στο χαρτί σπρώχνοντας η μια την άλλη για να χωρέσουν στη λευκή κόλλα. Το στυλό δεν άφηνε στιγμή το χαρτί να ξεκουραστεί από την πίεση της γραφίδας. Στο τέλος της σελίδας, οι λέξεις στριμώχτηκαν πλάι σε μια δυνατή τελεία. 
Ήταν έτοιμη. Ήπιε μια γουλιά καφέ και άρχισε να διαβάζει όσα είχε γράψει. Σηκώθηκε κι έβαλε να πιει ένα ποτήρι νερό από τη βρύση χωρίς να πάρει τα μάτια της από το χαρτί. Κάθισε ξανά και παίρνοντάς το στα χέρια της άρχισε ψύχραιμα να το μουτζουρώνει. Στην αρχή αργά, απαλά, σχεδόν απολαυστικά, τραβώντας γραμμές μακριές και σταθερές. Στη συνέχεια, με κύκλους ομόκεντρους που άνοιγαν σταδιακά την περιφέρειά τους, κάλυψε την επιφάνεια του χαρτιού με γραμμές που γίνονταν όλο και πιο έντονες. Το μαύρο στυλό έτρεχε πάνω κάτω αυλακώνοντας τη σελίδα και το περιεχόμενό της. Μεγάλα Χ διέγραφαν απ’ άκρη σ’ άκρη τις λέξεις της. Τα τελευταία απομεινάρια γραφής μόλις πια που διακρίνονταν. Άφησε τη σελίδα να πέσει στο πάτωμα και ξέσπασε σ’ ένα λυτρωτικό κλάμα. Τι νόημα είχε να σκοτώσει κάτι που ήταν ήδη νεκρό; 

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Tο αγόρι στο θεωρείο

Αγγελική Δαρλάση (εκδ. Μεταίχμιο) 

 Γράφει η Τζίνα Μιτάκη 


"Την ώρα που πρόβαρε το νυφικό της τους βρήκε το κακό και η Ευδοξούλα, προσφυγοπούλα από την Σμύρνη, κεντάει το κατεστραμμένο πέπλο του νυφικού της βελονιά βελονιά, προσπαθώντας να «μαντάρει» μαζί με το πέπλο, ότι απόμεινε από την κατεστραμμένη ζωή της, να κλείσει τις τρύπες του πόνου και της απώλειας, να ζωντανέψει τα όνειρα..."
Έτσι αριστοτεχνικά κεντάει με λέξεις και η συγγραφέας την ιστορία του αγοριού στο θεωρείο. Του Δρόσσου, που βρέθηκε μικρό αγόρι να ζει μαζί με άλλους πρόσφυγες μετά την Μικρασιατική καταστροφή στο Εθνικό (Βασιλικό λεγόταν ως τότε) Θέατρο της Αθήνας, χωρίς τους γονείς του, ξένος ανάμεσα σε ξένους που αδιάντροπα τον χαστουκίζουν με φράσεις του τύπου «Δεν βούλιαζε καλύτερα το πλοίο σας να πνιγείτε κι εσείς μαζί του! Που ήρθατε να φάτε το ψωμί μας»!