Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

«Θαύμα»

PALACIO R. J. – Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 
Αν μπορείς να αυτοσαρκάζεσαι, αν μπορείς να συγχωρείς, αν αγαπάς τους φίλους που εσύ επιλέγεις να αγαπάς, αν βλέπεις ομορφιά εκεί που δεν την βλέπουν οι άλλοι, ε, τότε... όλα μπορούν να συμβούν. Ακόμα και ένα θαύμα!
"Το ξέρω ότι δεν είμαι ένα συνηθισμένο εννιάχρονο αγόρι. Θέλω να πω, φυσικά και κάνω συνηθισμένα πράγματα. Τρώω παγωτό. Κάνω ποδήλατο. Παίζω μπάλα. Έχω Xbox. Κάτι τέτοια πράγματα με κάνουν ένα συνηθισμένο παιδί. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Επίσης νιώθω συνηθισμένος. Μέσα μου. Ξέρω όμως πως τα συνηθισμένα παιδιά δεν τα κοιτάζουν παράξενα μόλις εμφανιστούν κάπου... Ξέρω πως τα συνηθισμένα παιδιά δεν κάνουν τα άλλα παιδιά να φεύγουν φωνάζοντας από την παιδική χαρά". 
 Το μότο της εκστρατείας προώθησης του βιβλίου στην Αμερική υπογραμμίζει τον δυναμισμό με τον οποίο προσεγγίζεται η έννοια της διαφορετικότητας: «Δεν μπορείς να γίνεις ένα με τους άλλους όταν έχεις γεννηθεί για να ξεχωρίζεις.»
Αυτή η προσέγγιση υπογραμμίζει δε και μια στροφή που επιχειρείται: μετά από χρόνια, όταν στόχος ήταν η διαφορετικότητα να γίνει απλώς αποδεκτή από τους «φυσιολογικούς» ή «κανονικούς» ανθρώπους, μοιάζει να έχει έρθει η ώρα να καταρριφθεί ο μύθος της κανονικότητας.

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Kazuo Ishiguro

Αποσπάσματα από βιβλία του 
που θα σας σαγηνέψουν...

 Νικητής του Nobel Λογοτεχνίας, 2017, τα γραπτά του Ishiguro βυθίζουν την ψυχή μας σε ζητήματα που αφορούν τη μνήμη, τον χρόνο και την αυταπάτη.
Ο Ishiguro είναι ο 114ος νικητής του πιο πολυπόθητου βραβείου στον χώρο της λογοτεχνίας, πατώντας στα χνάρια του Toni Morrison και του Pablo Neruda.
Γεννημένος στην Ιαπωνία, ο βρετανός συγγραφέας ενδεχομένως να θεώρησε ότι η απονομή του Βραβείου Nobel Λογοτεχνίας 2017 ήταν ίσως κάτι το ανέλπιστο, ωστόσο, αναμφισβήτητα είναι ένας από τους πιο πνευματικούς συγγραφείς της σύγχρονης εποχής.
Σας αφιερώνουμε ορισμένα από τα πιο γνωστά αποσπάσματα από τα βιβλία του, τα οποία, με ιδανικό τρόπο, αναδεικνύουν το πνεύμα και τη φήμη του, αποσπάσματα

 «Οι αναμνήσεις, ακόμη κι οι πιο αγαπημένες και οι πιο ανεκτίμητες, κάποια στιγμή σβήνουν, ξεθωριάζουν εκπληκτικά γρήγορα. Αλλά αυτό δε συμβαίνει μ’ εμένα. Οι αναμνήσεις μου, εκείνες οι πολύτιμες κι ανεκτίμητες αναμνήσεις μου, δεν ξεθωριάζουν ποτέ… 
 Φαντάζομαι ότι κάπου υπάρχει ένα ποτάμι, τα νερά του τρέχουν ορμητικά και άγρια. Μέσα στο ποτάμι βρίσκονται δύο άνθρωποι, προσπαθούν απεγνωσμένα να κρατηθούν ο ένας από τον άλλον, κρατιούνται όσο πιο δυνατά γίνεται, αλλά στο τέλος δεν αντέχουν πια. Το ρεύμα είναι ισχυρό, αναγκάζονται να αφήσουν ο ένας τον άλλον, να χωριστούν. Έτσι συμβαίνει και με εμάς. Είναι τόσο κρίμα Kath, γιατί αγαπήσαμε ο ένας τον άλλον μια ζωή ολόκληρη. Αλλά στο τέλος, δεν θα μπορέσουμε να κρατήσουμε ο ένας τον άλλον, δεν θα καταφέρουμε να μείνουμε για πάντα μαζί… 
Δεν είμαι σίγουρος κατά πόσον η ζωή μας είναι διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων που σώζουμε. Όλοι έχουμε ένα τέλος. Ίσως κανένας από εμάς να μην κατανοεί πλήρως τι έζησε κατά το παρελθόν, ίσως κανένας από εμάς δεν αισθάνεται ότι ο χρόνος που είχε ήταν αρκετός... 
 Είναι εκείνη η στιγμή που αφήνοντας το πιόνι του σκακιού συνειδητοποιείς το λάθος που έχεις κάνει και σε πνίγει ο πανικός, διότι δεν μπορείς ακόμη να μετρήσεις το μέγεθος της καταστροφής που έχεις προκαλέσει στον εαυτό σου». 
― Kazuo Ishiguro, "Μη Με Αφήσεις Ποτέ"

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Παραμυθένιο ...βιβλιοβιβλίο

"…Το βιβλίο των χαμένων πραγμάτων" (εκδ. BELL) του John Connolly είναι ένα παραμύθι που απευθύνεται σε ενήλικες, αν κι εγώ θαρρώ πως κάλλιστα θα μπορούσε να διαβαστεί και από έναν έφηβο άνω των 15 ετών. Ειδικά από έναν έφηβο που δεν συμπαθεί καθόλου, σχεδόν μισεί, τον μικρότερο αδερφό του…
Ο ήρωας και ο αφηγητής της ιστορίας είναι ένα παιδί που αγαπά, βεβαίως βεβαίως, τα βιβλία. Με τις ώρες χάνεται στις σελίδες του, μα ακόμη κι όταν δεν τα διαβάζει νιώθει ότι εκείνα του μιλούν. Εκεί που κάθονται ήσυχα στο ράφι, αρχίζουν να ψιθυρίζουν και να ακούγονται πιο δυνατά κι από τους ψιθύρους του μυαλού του.
Μάλλον είναι γιατί οι ιστορίες τους χρειάζονται να διαβαστούν κι ο Ντέιβιντ το γνωρίζει αυτό. Εξάλλου τα βιβλία τον βοηθούν να ξεφύγει από την πραγματικότητα, πάντα η πραγματικότητα περιλαμβάνει και λύπες. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τον θάνατο της μητέρας του, παρόλο που εκείνος έκανε ότι μπορούσε για να μην πεθάνει (π.χ. ακουμπούσε το πόμολο της πόρτας μόνο με το αριστερό χέρι και συγκεκριμένες φορές την ημέρα) ο πατέρας του είχε παντρευτεί μια άλλη γυναίκα και σύντομα είχε αποκτήσει και έναν αδερφό. Μισούσε τη νέα του μητέρα αλλά και το νέο του αδερφό, μα και τον πατέρα του που μπόρεσε να ξεχάσει τόσο εύκολα. Ακόμη κι όταν μετακόμισαν σε ένα νέο σπίτι κι είχε ένα υπέροχο δωμάτιο γεμάτο βιβλία, ακόμη και τότε τους μισούσε. Και περισσότερο μισούσε το νέο αδερφάκι του.

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

«Παππού;»

Η τρυφερή σχέση παππού-εγγονού στο βιβλίο που κέρδισε το βραβείο παιδικής λογοτεχνίας. 

 Το βιβλίο του Κώστα Πούλου «Παππού;» (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ) πραγματεύεται την τρυφερή σχέση παππού και εγγονού, μέσα από τα απλά, καθημερινά πράγματα και συνήθειες που μοιράζονται, όπως η εκμάθηση των αριθμών, το κρυφτό, η αγάπη για τα φυτά.
 Μια σχέση που αναπτύσσεται φυσικά, όπως αναπτύσσεται και η Κίκα (αγαπημένο φυτό και των δύο). Το δέσιμο των δυο τους μεγάλο και η αγάπη τους προσεγγίζει το άπειρο, το οποίο αποτελεί και αναζήτηση του μικρού πρωταγωνιστή.
 Η απώλεια της γιαγιάς στέκεται παράμερα στην αφήγηση ως σκιά, αλλά χωρίς έντονους συναισθηματισμούς και υπενθυμίζει το αναπόφευκτο. Το αναπόφευκτο, δηλαδή ο θάνατος του παππού, χωρίς να ανακοινώνεται άμεσα από την αφήγηση, αφήνεται ως υπονοούμενο στο τέλος του βιβλίου, όπου κάθε αναγνώστης μπορεί να κάνει τις δικές του σκέψεις και συνειρμούς, αφήνοντας ένα σχεδόν ανοιχτό τέλος μέσα από μια ερώτηση αναζήτησης «παππού;»
 Η εικόνα του τέλους αποτελεί ένα παράλληλο κείμενο που συμπληρώνει αλλά και νοηματοδοτεί εκ νέου το λεκτικό κείμενο.
Παράλληλα με το βασικό θέμα του βιβλίου, αξιοποιείται η λαϊκή παράδοση, αλλά και στίχοι από δημοφιλή τραγούδια μιας παλαιότερης εποχής, στοιχεία που εμπλουτίζουν διακειμενικά την αφήγηση.

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Γιαγιά Φιλιώ

Πρωτοχρονιά στα Βουρλά…* 

«... Από τα Χριστούγεννα μέχρι των Φώτων κανείς δεν δούλευε! Οι μέρες πέρναγαν με γλέντια και φαγοπότι. Βέβαια έριχναν μια ματιά και τάιζαν τα ζώα τους, γιατί, όπως έλεγαν, «αυτά που δεν μπορούν να μιλήσουν πρέπει να φάνε πρώτα και να καλοπεράσουν». 
 Κι ερχόταν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς… Μεγάλη έγνοια το ποδαρικό και μεγάλη προσοχή μη το κάνει άνθρωπος που δεν γνώριζαν. Ένας άνθρωπος αποδεδειγμένα γούρικος η το βαφτιστήρι της οικογένειας ήταν αυτός που συνήθως έκανε ποδαρικό. Απ’ αυτό εξαρτιόταν αν τα αμπέλια θα είχαν καλή σοδειά, μαξούλι, να μη χαλάσουν τα κρασιά και να μην τύχουν αρρώστιες. 
 Όπως όλες οι γιορτές, κι αυτή ξεκινούσε με εκκλησιασμό. Μόνο οι κατάκοιτοι και οι άρρωστοι δεν πήγαιναν στην Εκκλησία. Αφού χαιρετούσε ο παπάς, όλοι εύχονταν, φιλιούνταν και γυρνούσαν στα σπίτια τους. Ο πατέρας κρατούσε το κλειδί, σταύρωνε την πόρτα και έλεγε: 
 «Και του χρόνου! Καλή χρονιά! Ευτυχισμένοι να ΄μαστε!» 
 Έβαζε το κλειδί και ξεκλείδωνε κι όλοι περίμεναν απέξω. Εκείνος έμπαινε πρώτος μέσα και πατούσε ένα ρόδι που είχε στη τσέπη του - η νοικοκυρά είχε προβλέψει αποβραδίς να βάλει κάτι στο πάτωμα για να μη λεκιάσει-κι ευχόταν: 
 «Καλή χρονιά! Να ‘μαστε καλά και να χουμε ειρήνη και αγάπη!» 
 Η γυναίκα απαντούσε: 
«Να είσαι καλά! Και του χρόνου να μας ξανακάνεις ποδαρικό!» κι έμπαινε κι αυτή στο σπίτι κρατώντας μια πέτρα και λέγοντας: 
«Όπως βαραίνει η πέτρα, έτσι να βαραίνει και του αντρός μου η σακούλα!» και άφηνε την πέτρα πίσω από την πόρτα. 
 Εμείς, τα παιδιά, μπαίναμε ένα ένα, φιλάγαμε το χέρι του πατέρα κι ύστερα της μητέρας μας κι εκείνοι μας έδιναν φιλοδώρημα... Δεν υπήρχε σπιτικό που να μη γινόταν όλη αυτή η τελετουργία. 
Εμείς οι Μικρασιάτες τα έθιμα τα κρατάγαμε και τα κρατάμε ακόμα…»

 *( Απόσπασμα από το βιβλίο της Φιλιώς Χαϊδεμένου «Τρεις αιώνες μια ζωή» - Εκδόσεις Λιβάνη)

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

«Έφθασαν τα Χριστούγεννα»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Γ' ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ 

 ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 
ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ 1966-1967 

 Οι χριστουγεννιάτικες ετοιμασίες έκαμαν τα σπίτια, άνω κάτω.
Τα χριστόψωμα, οι κουραμπιέδες και τα κουλουράκια πηγαινοέρχονται στο φούρνο. Όλη ή γειτονιά στο πόδι!
Ο λαχανοπώλης, ο κρεοπώλης, ό παντοπώλης, ό έμπορος, ό ζαχαροπλάστης, έχουν στολίσει τα καταστήματά τους.
Οι μητέρες των παιδιών ετοιμάζουν τα καινούργια φορέματα των παιδιών και τα δώρα των πτωχών.
Αύριο την παραμονή θα γίνει στο σχολείο η Χριστουγεννιάτικη εορτή.
Στη μεγάλη αίθουσα έχουν τακτοποιήσει τα θρανία γύρο-γύρο και στη μέση έχουν στήσει το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Έχουν στολίσει την αίθουσα με κλάδους και με μια ωραία μεγάλη εικόνα, πού παρασταίνει τη Γέννησι. Όσα παιδιά ημπορούν πρέπει να φέρουν διάφορα πράγματα, για να κρεμάσουν στους κλάδους του δένδρου.
Ο Κωστάκης και η Ελενίτσα άδειασαν τούς κουμπαράδες των και αγόρασαν δυο σφυρίχτρες, τρία μπαλόνια χρωματιστά, δύο μανδηλάκια, ένα ζευγάρι κάλτσες, μια κουβαρίστρα κι ένα κτένι.
Το πρωί τής παραμονής τα παιδιά εστόλισαν το δένδρο. Ετοποθέτησαν σε όλα τα μέρη άσπρα μικρά κεράκια. Έπειτα σε διάφορα μέρη εκρέμασαν τα δώρα.

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Χριστουγεννιάτικη ιστορία…

Charles Dickens: “A Christmas Carol” 

Η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Dickens παραμένει ένα από τα αγαπημένα βιβλία των γιορτών, ακόμα και 165 χρόνια μετά την έκδοσή του. Ακόμα θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία να βλέπω στην τηλεόραση την προσαρμοσμένη ταινία του 1951 με τις αλυσίδες του φαντάσματος του Jacobs Marley να έχουν στοιχειώσει τη μνήμη μου για τη δυστυχία του Σκρουτζ. Ήταν τρομακτικό, αλλά και τρυφερό για ένα παιδί και νομίζω με βοήθησε να δω τη ζωή διαφορετικά. Υπήρξαν πολλές παραλλαγές ταινιών από τότε, αλλά αυτή η πρώτη ήταν που μου εντυπώθηκε.