Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Πώς αναγνωρίζεις

έναν άνθρωπο που διαβάζει;

Γράφει η Λουκία Μητσάκου

 Ας ξεχάσουμε επιτέλους τα στερεότυπα. Ο βιβλιόφιλος δεν είναι απαραίτητα αυτός που κουβαλάει ένα βιβλίο πάντα μαζί του στην τσάντα ή αυτός που διαβάζει όρθιος στο μετρό μέσα στο στριμωγμένο πλήθος που δεν μπορεί να πάρει ανάσα, ακουμπώντας τον σελιδοδείκτη στο μάτι της απελπισμένης διπλανής κυρίας. Μπορεί να είναι, μπορεί και να μην είναι.
Δεν είναι απαραίτητα αυτός που συχνάζει στις βιβλιοθήκες. Θα τον πετύχεις σίγουρα, όμως, να κοιτάζει τις βιτρίνες ενός βιβλιοπωλείου με την ίδια λάμψη στα μάτια που έχει ένα παιδί κοιτάζοντας παιχνίδια ή γλυκά. Είναι αυτός που θα μπει στο βιβλιοπωλείο για να ρίξει μια ματιά, ακόμα κι αν δεν έχει λεφτά να αγοράσει τίποτα. Θα μπει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Δεν είναι απαραίτητα αυτός που ξοδεύει όλα του τα λεφτά σε βιβλία και ποτέ σε ρούχα, όπως συνηθίζουν να λένε. Δε θα δεις στον δρόμο έναν με βρώμικα σκισμένα ρούχα και θα πεις «Α! Να ένας βιβλιόφιλος»! Δε χρειάζεται το όνομά του να είναι σπάνιο, κακόηχο και διανοουμενίστικο. Μπορεί να λέγεται Νίκος ή Μαρία.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Παιδιά και Βιβλίο

Πριν από λίγο καιρό, ο 7χρονος Ίωνας, ο γιος μου, μου έδωσε μια μεγάλη χαρά. Κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό συγγραφής παιδικού παραμυθιού που διοργάνωσε το WWF, με θέμα: «Ένα ζώο στην πόλη». Στο διαγωνισμό συμμετείχαν παιδιά ηλικίας 6-14 ετών!
Δεν σας τα γράφω αυτά για να παινευτώ (εντάξει, παινεύομαι και λιγάκι!), αλλά για να επισημάνω το σημαντικό ρόλο που έπαιξε η σχέση του παιδιού με το βιβλίο από τους πρώτους μήνες της ζωής του...
Το γεγονός ότι του διαβάζαμε, ακόμη και την εποχή που στα έκπληκτα ματάκια του όλα αυτά μπορεί να έμοιαζαν... κινέζικα, έπαιξε προφανώς καθοριστικό ρόλο στο ότι μίλησε πολύ νωρίς και άρχισε να σχηματίζει μικρές προτάσεις (των δύο λέξεων) σε ηλικία 13-14 μηνών...
Από το «Λιχούδη το Λουκά» και το «Μουρή το Γουρουνάκι» των πρώτων μηνών της ζωής του, περάσαμε σύντομα στον Ευγένιο Τριβιζά και τα «Τρία Μικρά Λυκάκια» του, και από εκεί σε πιο πολύπλοκες ιστορίες.
Τώρα είμαστε στη φάση Ιουλίου Βερν και άλλων συγγραφέων, η ανάγνωση των οποίων δίνει και σε μας, τους γονείς ξεχωριστή χαρά.
Το αποτέλεσμα της -μακρόχρονης πλέον- σχέσης του παιδιού με το βιβλίο είναι η καλλιέργεια της φαντασίας, το εξαιρετικά πλούσιο για την ηλικία του λεξιλόγιο (όχι παπαγαλίζοντας απλώς λέξεις, αλλά με κατανόηση του νοήματός τους) και, φυσικά, η εύκολη παρακολούθηση της -δύσκολης- πρώτης δημοτικού καθώς και η αρμονική σχέση με την εκμάθηση ξένων γλωσσών (για να μην πούμε για το βραβείο!).
Μπορείτε να δείτε τη συνέχεια του άρθρου στο συνημμένο αρχείο.

Παιδί και βιβλίο

Συγγραφέας: Κώστας Στοφόρου - Πηγή: "Το παιδί μου κι εγώ"

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Το χρώμα του Φεγγαριού

..."Τι χρώμα έχει η λύπη;" Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.
"Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;"
"Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στην αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε."

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Μία ιστορία για τα Θεοφάνεια...

...της Γαλάτειας Γρηγοριάδου Σουρέλη 
Σύρα, Θεοφάνεια 1902
  Ήταν τότε, πρίν από χρόνια, το παιδί άρρωστο. Η μάνα σαν είδε κι απόειδε πώς οι γιατροί δεν το γιάνανε, έβγαλε την ποδιά της, εύπρέπισε τον κότσο της, στέριωσε τη μαντήλα στο κεφάλι της. Απέ άναψε την καντήλα και παρακαλέθηκε.
Χριστέ μου, να γιάνει ό Στράτος μου! Σώσε τον, Παναγία μου! Τάμα σου κάνω, εννιάχρονος να πέσει για τη χάρη Σου στη θάλασσα, να βουτήξει ανήμερα τα Φώτα να πιάσει τον τίμιο Σταυρό Σου.
Απέ ή μάνα - ή καπετάνισσα- έβαλε σαράντα μέρες το εικόνισμα της Μεγαλόχαρης πάνω στην Αγία Τράπεζα. Έκανε και το σαρανταλείτουργο. Και τώρα πού έγιανε το παιδί και τώρα πού τα 'κλεισε πια τα εννιά του χρόνια, καιρός να γίνει και το τάμα.
Τα φώτα ήταν αύριο...

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Μια πρωτοχρονιά…

 Διήγημα του Εμμανουήλ Λυκούδη 

«Είχαν περάσει απάνω από είκοσι χρόνια, αφότου είχε τελειώσει ο αγών της Απολυτρώσεως. Και ο τόπος με όλες του τις δυνάμεις προσπαθούσε να αναστηθή. Μα όλα του έλειπαν. χρήματα, πιστώσεις, εμπόριο με τα ξένα, που του ήταν όλως διόλου αδύνατο, 
Αλλά η τροφός του με το αστείρευτο γάλα της, αληθινή στοργική παραμάννα, ήταν εκεί στη μέση του Αιγαίου… η Σύρα. Από το τέλος ακόμη του Αγώνος είχε προχωρήσει στην ακμή, σε όλες τις μορφές, με χρήματα άφθονα του ευρωπαϊκού χιώτικου εμπορίου, ακόμα και με επαγγελματική εκπαίδευση, εμπορική και ναυτική σχολή, που τις εσύστησε ο Καποδίστριας, ο μέγας της Ελλάδος Κυβερνήτης. 
Σ’ αυτή την εποχή ήταν ακόμη στην αρχή της ακμής της. Δεν την χωρούσαν πια η παραλία και οι ίσιοι δρόμοι. Και ανέβαινε με τον οργασμό που ανεβαίνουν τα δένδρα στις τροπικές χώρες, ανέβαινε στα Βαπόρια, στο Βροντάδο, στην Ανάστασι, παντού…

 Ήταν δειλινό. δειλινό παραμονής της πρωτοχρονιάς, μα σκούρο και μελαγχολικό, με ένα ψιλοβρόχι που το σκόρπαε με δύναμι, σαν το τουφέκι τα σκάγια, ο πονέντες…

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Το ακριβό μας δώρο

Γράφει: Ο Βαγγέλης Περρής


"Το Δημαρχείο φωταγωγημένο. Η πλατεία γεμάτη. Ο κόσμος συναντάει τα Χριστούγεννα στα μαρμάρινα σκαλιά. Φυσάει το γνώριμο αεράκι που οδηγεί στο παρελθόν… 
Σπίτι στρωμένο με χαλιά και κουρελούδες. Λαμπάκια που αναβοσβήνουν. Το σκοτάδι χάνεται, η πρωινή άχνα θολώνει τα τζάμια. Πάνω τους ζωγραφίσουμε καμπανούλες με το δάχτυλο. Εκκλησία, χρυσά άμφια και μελωδίες. Άντρες με σκούρα ριγέ κοστούμια και παπούτσια που τρίζουν. Ασπρισμένα σκαλιά. Νερό στα μαλλιά. Χτένισμα. Κολόνια. 
Η γιαγιά ανοίγει το μαντηλάκι της και χαρίζει ασημένια εικοσάρικα. Αγκαλιές. Σόμπα. Το «Μίκυ Μάους» με το χρυσό εξώφυλλο. 
Φυλλαράκια από φακές μέσα στα σπιρτόκουτα. Υποδύονται την πυκνή βλάστηση της φάτνης. Πλαστικά γαϊδουράκια που μυρίζουν απορρυπαντικό. Ο Χριστούλης απλώνει τα χεράκια του. Υποδέχεται τη μύτη μας που αγγίζει τη χάρτινη είσοδο της σπηλιάς. Χαρτονένια αστέρια γεμάτα χρυσόσκονη. Χρωματιστές διαφάνειες στο βιου-μάστερ. 
Η χορωδία του Δημοτικού. Κέρματα που πέφτουν σε κουτί από χαλβαδόπιτες. Ο Γιάννης μας τραγουδάει τραβώντας τα κοντά του παντελόνια. 
Ο παππούς σταυρώνει το ψωμί. Ιστορίες από το Mποντρούμ. «Αλικαρνασσός» λέγεται. Ήχοι κεχριμπαρένιου κομπολογιού. Χέρια γεμάτα άχνη. «Αφρό τους έκανες τους κουραμπιέδες». Αγωνία για το ποδοσφαιράκι με τους λαστιχένιους ποδοσφαιριστές. 
Θα γίνει φέτος το θαύμα; Κουκούλωμα με κουβέρτες. Η ίδια ζεστασιά τώρα βρίσκεται στις αγκαλιές. Τις ανταλλάσσουμε μεταξύ μας με φόντο το νησί μας, το ακριβό μας δώρο!" 

 ΠΗΓΗ: «ΣΥΡΙΑΝΟ panorama»  
Τεύχος 8 – Χειμώνας 2016-2017

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

«Φαρμακείον Εκστρατείας»

(Μικρό απόσπασμα) 

«…Σε κάθε σπίτι που ζήσαμε, αφήνουμε μέσα του κάτι από την ανάσα μας, την όψη μας και τη φωνή μας. Όλα έχουν εισχωρήσει βαθιά μέσα στις αόρατες φλέβες και τις ρωγμές των τοίχων, στα συρτάρια της εντοιχισμένης ντουλάπας και της κουζίνας. 
Ακόμη κι αν οι τοίχοι βαφτούν και ξαναβαφτούν, ακόμη κι αν τα συρτάρια πλυθούν και απολυμανθούν, πάντα θα εμφανίζεται η μορφή μας για ελάχιστες στιγμές, σαν αρνητικό φωτογραφίας, κάτι που θα το βλέπουν μόνο τα μικρά παιδιά και θα γελούν μονάχα τους με τα παιχνίδια του χρόνου και των μεγάλων και πάντα θ’ ακούγεται η άρρωστη φωνή μας, ιδίως τις άγριες ώρες της νύχτας, όταν ζητούσαμε βοήθεια και δεν ήταν κανένας δίπλα μας… 

…Τώρα ο Ηλ  πριν φύγει απ’ αυτό τον τόπο, τη ρίζα του, τον οποίο επισκέφτηκε για δεύτερη φορά ύστερ’ από χρόνια, σαν ανάσα εκδρομής, μόνο για δέκα ώρες, χωρίς να προλάβει να επισκεφθεί τους ανθρώπους που ήθελε, αν ζούσαν ακόμη, στέκεται μπροστά σ’ αυτό το ίδιο σπίτι, στην ίδια πόρτα, χωρίς να ξέρει τη συνέχεια του καβγά και τι αντίκτυπο είχε εκείνο το απελπισμένο, δυνατό χτύπημά του με το ρόπτρο, που τώρα ήταν μες στην οξείδωση.