Παρασκευή 26 Ιουλίου 2024

«Το άγριο βιβλίο»- Χουάν Βιγιόρο

Εκδόσεις «CARNIVORA»   

 

Ο Χουάν έχει μεγάλα σχέδια για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Τα βλέπει, όμως, να καταστρέφονται, όταν τον στέλνουν για δύο μήνες στο σπίτι του θείου Τίτο, ενός ιδιόρρυθμου βιβλιόφιλου, που πίνει δεκαπέντε κούπες τσάι τη μέρα και φοβάται τα λούτρινα παιχνίδια. Ανάμεσα στα χιλιάδες βιβλία της απέραντης βιβλιοθήκης του, ο Χουάν θα βρεθεί αντιμέτωπος με φοβερές περιπέτειες, όταν θα κληθεί να ανακαλύψει το Άγριο βιβλίο, ένα ατίθασο βιβλίο που αποφεύγει τα ανθρώπινα χέρια, καθώς κρύβει στις σελίδες του ένα μυστικό προορισμένο για τον εκλεκτό αναγνώστη που θα καταφέρει να το τιθασεύσει.

Μια αξέχαστη ιστορία για τα βιβλία και τη δύναμη της ανάγνωσης. Ο πολυβραβευμένος και παγκοσμίως αναγνωρισμένος Μεξικανός συγγραφέας Χουάν Βιγιόρο έχτισε με το πρώτο του βιβλίο νεανικής λογοτεχνίας έναν μαγικό κόσμο που αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«Ένα βιβλίο ιδιότυπα πρωτότυπο, ζεστό και τρυφερό. Ένα βιβλίο φευγάτο. Ένα βιβλίο αλαφροΐσκιωτο. Μια ακόμη, απροσδόκητη, πτυχή της γραφής του σπουδαίου Βιγιόρο, απέραντα γοητευτική. Πρόσωπα ολοζώντανα, ιδιαίτερα, σφύζουν από ζωή και όρεξη για αναζήτηση. Ο υπέρ-ρεαλιστικός (και ταυτόχρονα ποιητικός, υπερβατικός) άξονας του βιβλίου δίνει στην ιστορία ξεχωριστή μαγεία και στα πρόσωπα μια διάσταση απροσδόκητη: είναι πρόσωπα της διπλανής πόρτας και ταυτόχρονα εντελώς ασυνήθιστα! Η ευφυΐα του συγγραφέα πάντα παρούσα….» ( Αναγνώστης dimlais.)

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Μάνος Ελευθερίου...

Ημέρες  μιας λογοτεχνικής φιλίας

(Γράφει ο Κώστας Νίταρης)

 


«Ημέρα πρώτη. Τον είδα να κάθεται με την πλάτη στραμμένη στην είσοδο του γραφείου. Αναγνώρισα εύκολα το γνωστό κασκέτο. Είχε ρίγες καφέ και μπεζ. Σε κάθε πρόσκληση στο γραφείο του εκδότη, του Νώντα Παπαγεωργίου,  μας υποδεχόταν μια έκπληξη. Ευχάριστη συνήθως… Ένας σπουδαίος λογοτέχνης  και ένα βιβλίο για επιμέλεια…

 Τώρα είμαστε κατά πρόσωπο. Με κοιτάζει αγέλαστος πίσω από τα μικρά, στρογγυλά γυαλιά του. Είμαι –και νιώθω- ένα απόλυτο τίποτα μπροστά του… Ένας νεαρός φιλόλογος, όπως χιλιάδες άλλοι.

«Ο κύριος Ελευθερίου μάς παραδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο καιρός των χρυσανθέμων». Θα αναλάβεις την επιμέλεια.» Μικρές λεπίδες, αιχμηρές, αυτές οι λίγες λέξεις, που μόλις και μετά βίας συνέλαβε η ακοή μου! Σηκώθηκε από τη θέση του και σχεδόν με υπόκλιση μού άπλωσε το λεπτό του χέρι. Το έσφιξα και ένιωσα στην απαλή και ζεστή του παλάμη μια τρυφερότητα.

Ήταν ο ευγενής Μάνος!

 Ημέρα δεύτερη. Τράβηξα την τελευταία γραμμή κάτω από την τελευταία λέξη στην τελευταία σελίδα ενός υπέροχου μυθιστορήματος, με κόκκινο στιλό και χαρακάκι.  Είχα ολοκληρώσει τη διόρθωση. Και τον περίμενα… Στο γραφείο του εκδοτικού οίκου. Για κανέναν άλλο λογοτέχνη δεν ένιωσα τέτοια αγωνία. «Πώς ξεκίνησα χωρίς να τον ρωτήσω τίποτα εκείνη την πρώτη μέρα;» αναρωτιόμουν. «Πόσες διορθώσεις γίνανε άδικα και πόσες ατέλειωτες μοναχικές ώρες διόρθωσης θα πάνε στράφι τώρα που θα ‘ρθει; Δεν θα δεχτεί τίποτα για σωστό. Με τι θράσος και αλαζονεία κοκκίνισα εγώ το γραπτό του Ελευθερίου;» σκεφτόμουν. Πλησίασε. Δεν κάθισε. Στάθηκε όρθιο. Ένιωσα να τον έχει κυριεύσει η αγωνία ενός μικρού μαθητή που θα δει διορθωμένο το γραπτό του. Το ξεφύλλισε με βιασύνη. Και μετά μια κίνηση. Σήκωσε τα χέρια του στο ύψος του στήθους, ένωσε, σχεδόν χτύπησε τις παλάμες του και έμπλεξε τα δάχτυλά του. «Σ’ ευχαριστώ πολύ» είπε. «Σ’ ευχαριστώ για όλα!»

Ήταν ο ευγενικός Μάνος!

 Λέσχη Ανάγνωσης «Μάνος Ελευθερίου»:  Σαν   σήμερα, στις 22 Ιουλίου 2018, ο Μάνος «έφυγε» από κοντά μας. Δεν έπαψε, ωστόσο, να μας συντροφεύει με τα ποιήματα, τα τραγούδια και τα μυθιστορήματά του… Η ευγενική μορφή του θα έρχεται στο μυαλό μας κάθε φορά που θα σιγοτραγουδάμε  τους στίχους του και θα διαβάζουμε τα βιβλία του…

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού... Γιάννης Ρίτσος-Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


"Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ’ άστρα.
Και τ’ άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας κι η καρδιά μας είναι πιο πολύ απ’ τ’ άστρα...
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σα αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι. Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα. Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.

Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι..."
Γιάννης Ρίτσος