Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Τα μάγια των βιβλίων

Η γυναίκα πρέπει να έχει αλ μπενί, έλεγε συχνά στις κουβέντες της η μητέρα μου που είχε γεννηθεί στην Κομοτηνή, ήξερε τα τουρκικά και είχε μεγαλώσει μαζί με τις τουρκάλες. Εκείνες της είχαν μάθει πώς να κάνει μακιγιάζ, να βγάζει τα φρύδια της, να βάφει τα νύχια της, να φτιάχνει κρέμες για το πρόσωπο και πολλά άλλα μυστικά της γυναικείας ομορφιάς.

Τι σήμαινε όμως αυτό το «αλ μπενί», που ο μπαμπάς μου το ονόμαζε γκελ και κουνούσε πάντα με νόημα το κεφάλι του. Μεγάλη υπόθεση το γκελ, δηλαδή το σεξαπίλ στα τουρκικά και τυχερές όσες το διέθεταν.
Η μητέρα μου πίστευε ότι εμείς το είχαμε από φυσικού μας. Γι΄ αυτό και δεν έπρεπε να ανησυχώ. Όφειλα όμως να μάθω ακόμα πολλά πράγματα, για να αρέσω αργότερα στους άντρες, να κερδίσω τον καλύτερο και να τον παντρευτώ. Βέβαια εγώ τα περισσότερα απ΄ αυτά, τα είχα ήδη ακούσει στις συζητήσεις των γυναικών στο σπίτι, όπου έστηνα κρυφά αφτί, αλλά κι απ΄ τις γριές φιλενάδες της γιαγιάς μου που ήταν όλες Μικρασιάτισσες και είχαν έρθει στην Ελλάδα μετά το ΄22.
Στη μνήμη μου γυρίζουν ακόμα οι συμβουλές που έδιναν η μία στην άλλη γυναίκα, ως προς τις στρατηγικές που έπρεπε ν΄ ακολουθήσουν για την κατάκτηση ακόμα και την άλωση του ισχυρού φύλου. Οδηγίες ζωής που τις είχαν φέρει απ΄ την Ανατολή κι ήταν απόσταγμα της γυναικείας πείρας αιώνων. Ακόμα και τώρα αστράφτουν καμιά φορά μες στο μυαλό μου ως μακρινά, αδυνατισμένα και ατελέσφορα πια αστέρια, όπως: να μην τα λέμε όλα στους άντρες, να μην καταλάβουν ποτέ ότι τους θέλουμε πολύ, να μην τους συστήνουμε στις φιλενάδες μας, να μην τους κάνουμε τις έξυπνες, να μάθουμε να υποχωρούμε φαινομενικά και να επανερχόμαστε στο θέμα δια άλλης οδού, να τους παίρνουμε με το καλό γιατί είναι μικρά παιδιά, ή όπως έλεγε η γιαγιά μου είναι σερσέμηδες. Και βέβαια όταν επιβάλλεται, να κάνουμε μπρακ. Δηλαδή να το βουλώνουμε.
Κι ενώ εκείνη προσπαθούσε να με μυήσει στα μυστικά της γυναικείας συμπεριφοράς, ο πατέρας μου έδινε άλλου είδους μάχες. Αγωνιζόταν να μου εκμαιεύσει το ποιητικό και συγγραφικό ταλέντο που το είχα εκδηλώσει από τότε.
Κάθε βράδυ λοιπόν, που γύριζε απ΄ το γραφείο του, με ρωτούσε τι καινούργιο είχα γράψει. Έπρεπε να έχω πάντα κάτι έτοιμο να του δείξω, για να μην τον απαγοητεύσω και χαλάσω την εικόνα μου στα μάτια του και χάσω την εύνοιά του. Ήμουν αναγκασμένη να γράφω συνεχώς, γιατί αλλιώς… Αυτό το αλλιώς δεν το απάντησα ποτέ μου. Τι θα γινόταν άραγε αν δεν έγραφα... Δεν ήθελα ούτε να το φανταστώ. Ούτε να το διακινδυνέψω. Μάλλον τίποτα. Τότε όμως πίστευα ότι θα ερχόταν το τέλος του κόσμου. Και μέχρι τώρα ακόμα το πιστεύω.
Έγραφα λοιπόν ακατάπαυστα ποιήματα, παραμύθια και διηγήματα. Επινοούσα θεατρικούς διαλόγους που τους μοίραζα στους συμμαθητές μου μαζί με κουστούμια από τα παλιά ρούχα της μαμάς και τα καπέλα της που μύριζαν ναφθαλίνη και ήταν κρυμμένα στο βάθος της ντουλάπας κι ανεβάζαμε τα έργα στην ταράτσα του σπιτιού. Άλλοτε πάλι καθόμασταν όλοι μαζί στην είσοδο της πολυκατοικίας και τους διηγιόμουν δικές μου ιστορίες, φανταστικές που κρατούσαν ώρες ολόκληρες.
Πίστευα ότι μ' αυτόν τον τρόπο τραβούσα το ενδιαφέρον τους και κέρδιζα την αποδοχή και την φιλία τους, ίσως και την αγάπη τους, όπως έκανα άλλωστε με τον πατέρα μου. Και μετά όταν μεγάλωσα άρχισα να γράφω βιβλία για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Γιατί ένιωθα ανασφάλεια με τους ανθρώπους και νόμιζα ότι με τα βιβλία μου θα τους έδενα με μάγια, -όπως εκείνα που έκαναν οι γιαγιάδες της Ανατολής που μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας- κι έτσι θα κέρδιζα την αγάπη τους, θα τους κατακτούσα και θα τους κρατούσα για πάντα κοντά μου. Αλλά τελικά δεν τα κατάφερα.
Κατερίνα Καριζώνη
(http://www.oldbooks.gr)
*Το σχέδιο που κοσμεί την ιστορία είναι του Φίλιππου Παπανικολάου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου