Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Τα λαμπροκούλουρα του λαηνά...

Μηλέικο διήγημα 

 «Όταν ο άνθρωπος έχει συνηθίσει να κάνει σύγκαιρα τις δουλειές του, δεν αλλάζει τα χούγια του όσα κι αν του λένε οι άλλοι. Της λέγανε και τι δεν της ψέλνανε όλες οι γειτόνισσές της της κερα-Γαρουφαλιάς Μπιρμπιρίνας:
-Μα, μωρή Γαρουφαλιά, γιάντα σε πιάνουνε καλότυχη, αυτεσδά οι βιασύνες; Μπας κι έχεις φορτωμένο το καράβι σου λεμόνι και σκιάζεσαι μη λάχει και σαπίσει;
-Εσύ,Γαρουφαλιά, φουριάρης σαν την ποξενήτρα που φοβάται μη λάχει και της ξεφύγει ο καλός γαμπρός.
Και να χασκόγελα. Και δώστου κεντρίσματα. Εκείνη, όμως, δεκάρα δεν έδινε. Από το ένα αυτί τάβανε κι από τ’ άλλο τάβγαζε.
Αφορμή γι’ αυτά τα πειράγματα ήταν η συνήθεια της κερα-Γαρουφαλιάς με το που έμπαινε η Μεγάλη Σαρακοστή να βάζει μπρος τις δουλειές για τα λαμπροκούλουρά της.

Πρώιμα, βέβαια, ήτανε, μα δεν αλλαξογνωμούσε, επειδή κάνοντας έτσι έβγαινε πάντα κερδισμένη. Ενώ οι άλλες, οι ανέμελες, οι γυραπόρτες, άφηναν τον καιρό να περνά, να φεύγει μέσα από τα χέρια τους κι όταν το παίρναν χαμπάρι, τότες τις πιάνανε τα βιαστικά της χελώνας. Και όχι μόνο πνίγονταν στο φουριάρισμα, αλλά και τις περισσότερες φορές τα θαλάσσωναν,,, Και τότε, για να κουκουλώσουν τη μπομπή τους, πότε ρίχνανε το φταίξιμο στο μυλωνά, πότε στο προζύμι, πότε στον ανάποδο καιρό...
Η κερά-Γαρουφαλιά, που στηριζόταν πάντα στα δυο χεράκια της, έκανε λογαριασμοί σωστοί και αμυγδαλάτοι. Μόνο για να πλύνει, να στεγνώσει και να καθαρίσει, σπειρί-σπειρί, το στάρι που χρειαζόταν, ήθελε μια ολάκερη βδομάδα. Μετά καρτέρα μέρες, ‘ωσπου να περάσει ο κόπελος του μυλωνά να πάρει το σακούλι με τ’ άλεσμα. Από κει και πέα πια «τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρα», πότε θα φυσήξει αέρας, πότε θάρθει η αράδα της και πότε θα της πάνε το αλεύρι. Άσε τα συχνά-πυκνά χασομέια πότε από αέρηδες πότε από μπουνάτσες. Να λοιπόν, οι λόγοι που ήθελε νάχει ομπρός της μεγάλο περιθώριο χρόνου.
Συνηθισμένη η κερά-Γαρουφαλιά να κουνεί τα χέρια της και να δουλεύει το μυαλό της, απ΄ τη στιγμή που τούρλιαζε στη μέση του τραπεζιού την πρώτη δόση του καλοπλυμένου σιταριού για να το καθαρίσει από ό,τι ξένο υπήχε μέσα του, έκανε και τους λογαριασμούς της:
-Έχουμε και λέμε: Κατά πρώτο θα πεσκεσάρω στον παπα-Μέλια, που με ξομολογά και συχωρνά τα κρίματά μου, μια καλασούνα με δυο κόκκινα αυγά και δώδεκα κουλουράκια, όσοι είναι κι οι Άγιοι Απόστολοι.
-Θα φιλέψω στην κερ-Αντριάνα την Κουφοφραγκούλενα, που χάση κόσμου νάναι, αυτή θα ξεπορτίσει για νάρθει να μου βάλει βεντούζες όντος κρυολογούμαι, μια καλασούνα μ’ ένα αυγό και πέντε κουλουράκια.
-Θα πέψω του Γιαννακού τ’ Αλιμιμπά που μου φέρνει τα λιμόχανα και πορέβγομαι από φαΐ, μια καλασούνα μ’ ένα όκκινο αυγό και πέντε κουλουράκια.
-Θα δώκω του κακομοίρη τ’ Αντρουή, του νεκροθάφτη, που ξεχορταριάζει το μηνούρι τω γονιώ μου, μια καλασούνα μ’ ένα κόκκινο αυγό και πέντε κουλουράκια...
Με κάτι τέτοιοι λογαριασμοί τελείωνε και το καθάρισμα του σιταριού. Γέμιζε το φρεσκομπουγαδιασμένο σακούλι και τοστερνε στο μύλο για να της το αλέσουν.
Δυο φουρνιές έκανε κάθε χρόνο η κερά-Γαρουφαλιά, μια καλασούνες καιμια κουλουράκια. Μα και τέσσερις αν έκανε, πάλι δε θα τη φτάνανε, με την απλοχεριά πούχε. Γκρίνιαζε ο Αρτεμάκης, ο άντρας της: Ξοδευόμαστε, αναστατώνεται το σπίτι μας και, καλά καλά, δεν τα γευόμαστε τα λαμπροκούλουρα!
Η κερά-Γαρουφαλιά, όμως, τα χαλάλιζε όλα, επειδή οι παίνιες που άκουγε της τα ξεπλέρωναν και με το παραπάνω μάλιστα. Της άξιζαν, όμως. Οι καλασούνες και τα λαμπροκούλουρά της είχανε γίνει παράδειγμα στο χωριό.
Τι ψήσιμο ήταν εκείνο! Τι νοστιμιά είχανε! Όσοι τα βλέπανε απορούσαν, πώς τα κατέβαζε όλα αυτά το μυαλό της και πώς τα πλάθανε τα χέρια της! Κοντολογής, τα λαμποροκούλουρα της κερά-Γαρουφαλιάς δεν ήτανε για φάγωμα. Ήτανε για στολίδι του σπιτιού τις πασχαλινές ημέρες. Ακόμη και οι πιο παράξενες κι οι πιο ψηλομύτες παραδέχονταν, ότι η κερά-Γαρουφαλιά ήτανε άφθαστη! Μόνο ένας δε συμφωνούσε: Ο Αρτεμάκης. Και όσες πιο πολλές φουμιές άκουγε να λένε για τη γυναίκα του, τόσο περισσότερο στρίβανε τ’ άντερά του. Δεν ξεστόμιζε ούτε λόγο, μα τι θες και τι γυρεύεις, το καζάνι έβραζε μέσα του και χωρίς αμφιβολία, θαρχόταν κάποια μέρα που θα ξεσμποράριζε...
Απ΄ τον καιρό που η κερά-Γαρουφαλιά έγινε αφέντρα στο δικό της νοικοκυριό, εφάρμοσε μια τακτική. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφε τα κόκκινα αυγά. Τη Μεγάλη Παρασκευή τ’ απόσπερνο έπιανε το προζύμι και ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου έκανε το ζυμάρι για τις καλασούνες και τα κουλουράκια. Όταν τελείωνε το πλάσιμο, τ’ άπλωνε στο κρεβάτι και τα κουκούλωνε καλά με μάλλινες κουβέρτες για ν’ ανεβατίσει η ζύμη. Τ’ απομεσήμερο τάψηνε κι η μοσχοβολιά τους άπλωνε σ’ ολάκερο το μαχαλά. Ανήμερα τη Λαμπρή έστερνε τα πεσκέσια της κι αναγάλλιαζε από χαρά με τις παίνιες π’ άκουγε.

Ίδια κι απαράλλαχτα γίνονταν οι δουλειές κι ετούτη τη χρονιά. Βάφτηκαν τ’ αυγά, πιάστηκε το προζύμι και την ώρα που άρχιζαν να κράζουνε οι πετεινοί, σηκώθηκε η κερά-Γαρουφαλιά απ’ το κρεβάτι της, άναψε το λυχνάρι κι εμπήκε στο φουρναρόσπιτο για ν’ αρχίσει το ζυμωτό. Ο Αρτεμάκης, που σηκώθηε κι αυτός, γι πρώτη του φορά, την παρακολουθεί από κοντά. Αυτή, όμως, δεν υποπτέυεται τις προθέσεις του και συνεχίζει τη δουλειά της. Κοσκινίζει, λοιπόν, το αλεύρι που χρειάζεται, ανάβει φωτιά στο τζάκι και βάζει απάνω το καζάνι με το νερό για να ζεσταθεί.
 Όταν, όμως, ζεστάθηκε και το πήγε κοντά στη σκάφη κι ανασκουμπώθηκε, την πιάνει από τις πλάτες ο Αρτεμάκης και την τραβά μακριά, λέγοντάς της με φωνή που δε σήκωνε αντιρρήσεις, τούτα τα λόγια:
-Κερά-Γαρουφαλιά, τα λαμπροκούλουρα ετούτη τη φορά θα τα κάμω εγώ!
-Εσύ! Λέει εκείνη αποσβολωμένη.
-Ναίσκε! Εγώ! Μπας και δε σου γεμίζω το μάτι;
-Αρτεμάκη μου, το ζυμωτό ετούτο δε μοιάζει με τη λαηνάδικη δουλειά. Κάθου, λοιπόν, στ’ αυγά σου, μη λάχει και τα θαλασσώσεις!
Ποιος είδε τότε το δαίμονα και δεν τον φοβήθηκε! Με τις κουβέντες της Γαρουφαλιάς τα αίματα του Αρτεμάκη άναψαν!
-Και γιάντα, μωρή Γαρουφαλιά, θα τα θαλασσώσω; Για ποιο, τάχατες, κερά-πολύξερη, με περνά η αφεντιά σου;
Τη σπρώχνει και με το ζόρι τη βγάζει απ’ το φουρναρόσπιτο και μανταλώνει την πόρτα του. Τον θερμοπαρακαλεί είνη, να την αφήσει να μείνει μέσα και σε κάποια γωνιά, μπας και χρειαστεί κάτι. Του κάκου όμως!
-Αυτές οι πονηριές να σου λείψουνε! Θες να μείνεις μέσα, για να λες ύστερα ότι εσύ μ’ ορμήνευες...
Μπουρινιασμένος καθώς είναι από τις κουβέντες της γυναίκας του, αρπάζει το καζάνι με το νερό και το αδειάζει μέσα στη σκάφη. Ανασκουμπώνεται κι αρχίζει ν’ αναδεύει τ’ αλεύρι μ το νερό. Σε λίγη ώρα,όμως, κατάλαβε ότι δεν υπολόγισε καλά τα πράγματα. Το αλεύρι αντί να δένει και να γίνει μια μάζα που να ζυμώνεται, έγινε πολύ σαχλύ. Δεν τα χάνει όμως. Μήπως και με το χώμα το ίδιο δε συμβαίνει; Όταν του πέφτει πολύ το νερό, ρίχνει μερικές φτυαριές χώμα και το φέρνει εκεί που θέλει. Και σ’ άλλες που πέφτει λίγο το νερό, αδειάζει πάνω στη μάζα ένα λαήνι και η δουλειά πάει ρολόι. Αυτό θα κάμει και τώρα. Μισανοίγει, λοιπόν, την πόρτα, βλέπει τη γυναίκα του που κάθεται στο πεζούλι με την κεφαλή ανάμεσα στις δυο παλάμες και της λέει:
-Γαρουφαλιά, φέρε μου μια κούπα αλεύρι!
Τα ήπατά της κόπηκαν μ’ ετούτες τις κουβέντες, επειδή κατάλαβε τι έγινε. Δίχως να βγάλει άχνα, γέμισε μια λεκάνη με αλεύρι και του το πήγε.
Το αδειάζει ο Αρτεμάκης στη σκάφη και αρχίζει το ανακάτωμα. Όσο το δουλεύει, όμως, το ζυμάρι, τόσο περισσότερο σφίγγει και το φτάνει στο σημείο να είναι σκληρό σαν πέτρα! Κατάλαβε πάλι ο Ασημάκης το λάθος του. Τώρα με λίγο νερό θα τα καταφέρει, δίχως να πάρει τίποτα μυρουδιά η γυναίκα του. Ψάχνει μέσα στο φουρνόσπιτο, μήπως υπάχει κάποιο λαήνι με νερό, άδικος κόπος. Αναγκαστικά μισανοίγει την πόρτα και ζητά από τη Γαρουφαλιά ένα λαήνι νερό. Του το πάει εκείνη και αυτός, έχοντας παράδειγμα τη χωματένια ζύμη, πιστεύει ότι το νερό θα πέσει λίγο και για να κερδίσει τη χαμένη ώρα τ’ αδειάζει όλο στη σκάφη κι αρχίζει τη δουλειά. Όσο τ’ ανακατεύει όμως, τόσο σαχλαίνει το ζυμάρι και τότε μια νέα αναποδιά φανερώθηκε. Η σκάφη ξεχείλισε και με κάθε κίνηση των χεριών του οι ζύμες χύνονται στο πάτωμα. Η μόνη λύση είναι να την αλαφρώσει λίγο κι η δουλειά θα στρώσει...
Με τις φούχτες του γεμίζει το καζανάκι του νερού και το πράγμα βολεύτηκε. Τώρα δεν απομένει παρά να ζητήσει λίγο αλευράκι από τη Γαρουφαλιά. Αλλά δεν θα την ξαναπάθει. Ετούτη τη φορά θα το ρίχνει λίγο λίγο στη σκάφη. Είναι μουσκεμένος απ’ τον ιδρώτα ως το κόκκαλο και πασαλειμμένος από ζύμες απ’ την κεφαλή ως τις πατούχες. Σ’ αυτά όμως δεν είναι πρωτάρης. Και στη δουλειάτου ιδρωκοπά και πασαλειβεται με λάσπες.
Μισανοίγει την πόρτα και ζητάαπ’ την γυναίκα του να του πάει μισή λεκάνη αλεύρι. Εκείνη όμως, ούτε κουνήθηκε από τη θέση της.
-Γαρουφαλιά! Φωνάζει μπουρινιασμένος, νομίζοντας ότι του πάει κόντρα, σού ζήτησα να μου φέρεις αλεύρι!
-Αρτεμάκη μου, όσο αλεύρι είχα στόφερα. Άλλο, δεν υπάρχει!
Κεραυνός να έπεφτε στα πόδια του Αρτεμάκη, δε θα ξαφνιαζόταν τόσο, οσο μ’ αυτά τα λόγια της γυναίκας του.
-Ειντα΄καμε λέει; Δεν έχεις αλεύρι; Μπας και παράκουσα;
-Οοοόχι, Αρτεμάκη μου, καλά άκουσες! Άλλο αλεύρι δεν υπάρχει στο σπίτι.
 Ξέφρενος ο Αρτεμάκης-και με το δίκιο του- τινάζει τις ζύμες από τα χέρια του, ανοίγει διάπλατα την πόρτα του φουρνόσπιτου και χυμώντας έξω βρυχιέται:
-Αφού, μωρή Γαρουφαλιά, δεν έχεις αλεύρι, είντα δαίμονα κουλούρια θες να σου κάμω;
Σαν κυνηγημένος τραβά για το λαηνάδικό του ο Αρτεμάκης, ενώ η κερά-Γαρουφαλιά μπαίνει στο φουρνόσπιτο και δεν ξέρει από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει...»

BookSyros: Η ιστορία αυτή περιέχεται στο «Κυκλαδικό Ημερολόγιο 1998-Χρόνος Γ΄» των εκδόσεων ΕΡΙΝΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου