Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

"Μέρα Μαγιού..."

Γιάννη Ρίτσου:"Επιτάφιος" 

"Μέρα Μαγιού μου μίσεψες 
μέρα Μαγιού σε χάνω 
άνοιξη γιε που αγάπαγες 
κι ανέβαινες απάνω..." 

 Μάιος 1936, οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων(αφιέρωμα Α,Β). Σύντομα και άλλα εργατικά συνδικάτα ενώνονται μαζί τους και η απεργία αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Στις 9 Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Ο λαός της Θεσσαλονίκης ξεσηκώνεται και η απεργία αποκτά χαρακτήρα εξέγερσης.  Αυτή η μέρα είναι παραπάνω από σημαδιακή όχι μόνο για τα θλιβερά επεισόδια αλλά κυρίως γιατί αποτέλεσε την αφορμή για την ποιητική στροφή ενός ολόκληρου έθνους.


Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην εφημερίδα Ριζοσπάστης η εικόνα της μάνας του διαδηλωτή Τάσου Τούση, που θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της(φωτογραφία αριστερά). Ο Γιάννης Ρίτσος στιγματίζεται και εμπνέεται από τον θρήνο της μάνας και ξεκινά να γράφει τους πρώτους στίχους από τον "Επιτάφιο". Σε 3 μέρες γράφει 14 από τα 20 συνολικά ποιήματα και δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου. Εν το μεταξύ ο αγώνας των εργαζομένων δικαιώνεται με την αποδοχή των αιτημάτων τους, την ίδια ώρα που το έργο του Ρίτσου λογοκρίνεται έντονα από τοπικές αρχές και πολιτικούς. Στις 8/6/1936 ο «Επιτάφιος» κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα, ενώ το εξώφυλλο του βιβλίου(ξυλογραφία) επιμελείται ο χαράκτης Λυδάκης. Η έκδοση προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία Μεταξά οι οποίες και οδηγούν στην πυρά πληθώρα αντιγράφων.
Με τα γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου η Ελλάδα χάνει μέρος από την πολιτιστική της αίγλη. Ο "Επιτάφιος", μετά από τον 20χρονο παραγκωνισμό του, είναι έτοιμος να δώσει νέα πνοή στην ελληνική ποίηση. Ο Ρίτσος με την επιστροφή του από την εξορία αναδημοσιεύει τα έργα του και στέλνει τον "Επιτάφιο" στον Μίκη Θεοδωράκη με την αφιέρωση «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».
 Ο συνθέτης μελοποιεί τμήμα του έργου στο αυτοκίνητό του περιμένοντας την γυναίκα του να επιστέψει από τα ψώνια της σε ένα παρισινό σούπερ μάρκετ. Σημειώνει με μολύβι τις νότες στο περιθώριο κάθε σελίδας του βιβλίου που του είχε στείλει ο Ρίτσος. Ο Μίκης στέλνει την μουσική σύνθεση στον Μάνο Χατζιδάκη, το Γιάννη Ρίτσο και τον Βύρωνα Σάμιο.
O Χατζιδάκης ηχογραφεί την πρώτη λυρική έκδοση με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί το Γιάννη Ρίτσο αλλά και τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη που βρίσκει στο πρόσωπο του Γρηγόρη Μπιθικώτση τον τέλειο εκφραστή.
Ο Γιάννης Ρίτσος δηλώνει στον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη: "Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ"
 O Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση. Ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση. Γλαφυρά περιγράφονται τόσα συναισθήματα: ο πόνος, ο θάνατος, η μοίρα, ο θρήνος, το μοιρολόι και τελικά η ανάσταση. Από τον θρήνο στην κορύφωση.

• Δείτε ένα σχετικό αφιέρωμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου