Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

«Πριν το ηλιοβασίλεμα»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου 

 «Στους δρόμους και τα γραφικά στενά, γύρω από τα δημόσια κτίρια, την κεντρική πλατεία, τα ερειπωμένα υφαντουργεία και τα κλωστήρια, γύρω απ' το μαρμάρινο Ηρώο, όπου είναι χαραγμένα τα ονόματα όσων σκοτώθηκαν στους πολέμους για την πατρίδα, στους κατοικημένους λόφους, και κυρίως στις παραλίες και τις ακροθαλασσιές. 
 Εκεί διάλεξαν να συγκεντρωθούν για πρώτη φορά, πριν απ' το ηλιοβασίλεμα και για ελάχιστο χρόνο, οι παλαιοί ηθοποιοί και οι ευλογημένοι, έτσι κι αλλιώς, θεατρικοί ρόλοι, από τους οποίους οι περισσότεροι εμφανίστηκαν κατά καιρούς στα τέσσερα θέατρα αυτής της περιώνυμης πολιτείας πριν από εκατό και εκατόν πενήντα χρόνια. 

Κωμικοί και δραματικοί μαζί, ό,τι εν πάση περιπτώσει θεωρείται στα μυαλά των ανθρώπων δραματικός ή κωμικός ρόλος και ηθοποιός, κλασικοί και μοντέρνοι στον καιρό τους, ηθοποιοί και ρόλοι για τους οποίους κανείς δεν ξαναμίλησε, ή για ορισμένους γράφτηκαν περισπούδαστα άρθρα από κριτικούς, σκηνοθέτες και ποιητές. 

Σ' αυτό τον τόπο λοιπόν θα μαζεύονταν, και αν ήταν δυνατό να παρελάσουν, κατά κάποιον τρόπο, χωρίς λάβαρα, σημαίες και μουσικές. Μια κυρία πρότεινε ν' ακουστούν τουλάχιστον μερικά χαριτωμένα εμβατήρια ή αποσπάσματα από ελληνικές οπερέτες που χαλούσαν κόσμο σε άλλες εποχές. 
 Δεν το αποφάσιζαν. Έτσι κι αλλιώς, άυλοι και αόρατοι θα ήταν και κανέναν δεν θα ενοχλούσαν. Ο σκοπός τους ήταν να γνωριστούν μεταξύ τους, να αυτοσχεδιάσουν ότι πίνουν αναψυκτικά και καφέδες και δήθεν ότι τρώνε τα φημισμένα λουκούμια, παγωτά, αμυγδαλωτά, λουκουμάδες και σοκολατίνες και ότι τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους, για όσους ήθελαν να πιουν μπίρα, ούζο, κονιάκ ή πίπερμαν, όλα καμωμένα από βροχή και ασημένιο αέρα, από αγιασμένα λόγια του έρωτα και από τους ήχους και τις συλλαβές μιας ευχής που ψιθύρισαν κάποτε χείλη βασανισμένων γερόντων ηθοποιών. 

 Από παντού φυσούσε γαλάζιο αεράκι. Χαλασμένες από καιρό λάμπες άναψαν ξαφνικά. Σκουριασμένα ποδήλατα στις αποθήκες άστραψαν. Μοτοσικλέτες που τις είχαν στα συνεργεία για σέρβις έλαμψαν κι αυτές, κι ένας αόρατος αναβάτης άρχισε να μαρσάρει δαιμονισμένα. Οι κούκλες των κοριτσιών ψιθυρίζανε παραμύθια. Στους αγρούς φύτρωσαν κρινάκια του γιαλού και στις αμμουδιές παπαρούνες. 
Βάρκες στολισμένες με φώτα, χρυσά στάχυα και βιολέτες, σαν επιτάφιος, ανοίχτηκαν στο πέλαγος. Μες στα πορνεία και στο στρατόπεδο άναψαν πολυέλαιοι και κρυστάλλινες λαμπάδες και μες στις εκκλησίες οι άγγελοι βγήκαν από τα εικονίσματα κι άναψαν όλα τα σβησμένα κεριά και τα καντήλια. 
Ο ασημένιος δροσερός αέρας έδωσε κέφι στους στρατιώτες και όλοι μαζί άρχισαν να τραγουδούν τελείως άγνωστα γι' αυτούς εμβατήρια των Βαλκανικών Πολέμων και ετοιμάζονταν για μάχες για να σκοτωθούν στις αγκαλιές του έρωτα μέχρις ενός. Αρκούσε κάποιος να χτυπούσε το μπαστούνι του σε μια πέτρα, και αμέσως ανάβλυζε νερό. Οι άνθρωποι έφταναν στις δουλειές τους πετώντας. Όσοι κυκλοφορούσαν εκείνες τις στιγμές απαγγέλλανε ποιήματα και κρατούσαν ομπρέλες για να προφυλάγονται από τα χρυσάφια και τα ατέλειωτα χρήματα που έβρεχε ο ουρανός. Τι ν' αγοράσουν, αφού όλα προσφέρονταν δωρεάν; 
  Ακριβώς τότε ακούστηκαν καθαρά επιτέλους κι από τα μεγάφωνα όλοι εκείνοι οι αναστεναγμοί πολλών χρόνων από τις κρυφές και με την ψυχή στο στόμα ερωτικές συναντήσεις τυραννισμένων κατοίκων και οι μισές λιποθυμισμένες λέξεις της αγάπης στην αγκαλιά του άλλου. Όλοι τις άκουγαν με αγαλλίαση. Κανείς δεν σχολίαζε. Ιδίως όσοι έζησαν με τον κίνδυνο να μην αποκαλυφθεί, να μη φανερωθεί ποτέ σε κανέναν η μυστική ζωή τους… 

 Η αλήθεια είναι ότι ορισμένοι ηθοποιοί είχαν κάνει τάμα για να παίξουν μερικούς δύσκολους και γι' αυτό επικίνδυνους ρόλους, από τα χρόνια της δυστυχισμένης νεότητάς τους, κι όταν έγιναν αργότερα κάπως επώνυμοι, σε κάθε τους συνέντευξη μνημόνευαν με θαυμασμό τέτοιους άπιαστους ρόλους. Το είχαν απωθημένο να τους παίξουν οπωσδήποτε, να υπομείνουν και ταπεινώσεις εν ανάγκη προκειμένου να γίνει πραγματικότητα το όραμά τους και μετά, λέει, ας πεθάνουν. Τέτοια βιασύνη είχαν. 
Ο καημός τους όμως ήταν άλλος, κι ας μην τον έλεγαν κι ας μην τον ομολογούσαν. Καημός και όνειρο ήταν να ξεπεράσει η δική τους ερμηνεία την ερμηνεία κάποιων μυρωμένων από τη Θεία Χάρη συναδέλφων τους και, υποτίθεται, ανταγωνιστών τους. Και τότε άρχισαν να διαδίδουν ότι νηστεύανε και το νερό, που λέει ο λόγος, για να φτάσουν στην ύψιστη ακμή της απόδοσής τους. 

Δεν τα κατάφεραν. Κι ας ανάλωσαν τα χρόνια τους σε υποκλίσεις, κι ας έκαναν δώρα και τραπέζια σε κάθε αλήτη που είχε μια στήλη στις καλλιτεχνικές σελίδες των εφημερίδων. Και τους έπαιξαν στο τέλος αυτούς τους ρόλους, όπως τους έπαιξαν, και εξακολούθησαν να ζούνε μια χαρά και χωρίς προβλήματα υγείας. Ποιοι; Εκείνοι που έλεγαν: «Ας τον παίξω αυτόν τον ρόλο και μετά ας πεθάνω…» 

 Μάνος Ελευθερίου: «Πριν το ηλιοβασίλεμα»- Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου