Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

«Ο Μάης κι οι φιλενάδες του…»

Από το βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου
«Του Γενάρη το φεγγάρι- Παραμύθια για τους δώδεκα μήνες» (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ) 


«Στων αμαρτωλών τη χώρα το μήνα Μάη βρέχει!» 

Ο Μάης έχει μαργαριταρένιο αυτοκίνητο με χρυσά κλειδιά. Πρωί της Κυριακής πήρε τις φιλενάδες του, την Καρδερίνα και τη Ροδιά, να πάνε εκδρομή στη θάλασσα. Η Ροδιά όλο τινάζει τ’ ανθάκια της στο κεφάλι του κι η Καρδερίνα ξεκαρδίζεται στα γέλια.
-Κορίτσια, μη με πειράζετε όταν οδηγώ, λέει ο Μάης και παίρνει τσαχπίνικα τη στροφή της Συγγρού που πάει στο Φάληρο.
Είχαν σκοπό να πάνε στη Βουλιαγμένη. Ήταν ιδέα της Ροδιάς. Πριν από χρόνια είχε αφήσει τις αδελφές της σ’ έναν κήπο κι από τότε ούτε που της τηλεφώνησαν.
-Και γιατί δεν τους τηλεφώνησες εσύ; Ρωτάει η Καρδερίνα με περιέργεια.
-Τους τηλεφώνησα πολλές φορές, αλλά ο κηπουρός αρνείται να μου τις δώσει. Ευτυχώς, όμως, μαθαίνω πως είναι καλά.


Ο Μάης σταμάτησε κάπου το αυτοκίνητο και πήγε ν’ αγοράσει χωνάκια παγωτό. Όταν γύρισε, δεν κρατούσε τίποτα.
-Δεν έχουν; Ρώτησε η Καρδερίνα.
-Έχουν, αλλά τους χάλασε το ψυγείο, είπε ο Μάης. Φοβήθηκα μήπως χάλασαν και τα παγωτά στο μεταξύ και τα φάμε κι αρρωστήσουμε.
-Καλά έκανες και δεν πήρες, είπε η Ροδιά. Προχτές αγόρασα ένα παγωτό και βρήκα μέσα μια μύγα… Έπιασα κι εγώ και το πέταξα στο περιβόλι και τι λέτε πως έγινε; Το ‘φαγε μια γάτα!
Ο Μάης έβαλε μπρος τη μηχανή και ξεκίνησαν τραγουδώντας. Φτάσανε στη Βουλιαγμένη η ώρα έντεκα. Η Καρδερίνα δε χόρταινε να βλέπει τη θάλασσα.
-Κολυμπάμε;
-Κολυμπάμε!
Μπήκαν και οι τρεις στο νερό. Η θάλασσα ήταν κρύα ακόμη. Πού εκείνη η θάλασσα του Αυγούστου στις απόμερες ακρογιαλιές των νησιών! Ο Μάης, για να τις παρηγορήσει, κοίταξε τον ξάδελφό του τον Ήλιο και του ‘κλεισε πονηρά το μάτι. Ο Ήλιος κατάλαβε. Έστειλε αμέσως τις πιο ζεστές ακτίνες του\\ στην πλάτη της Ροδιάς.
-Αχ, αναστέναξε, τι ωραία που είναι τώρα η θάλασσα… και πριν προλάβει καλά καλά να τελειώσει τα λόγια της, είδε με λύπη πως πατούσε πίσσες,
Βγήκε γρήγορα κι άρχισε να τρίβει τα πόδια της με την άμμο. Ο Μάης βούτηξε ένα στουπί στη βενζίνη από το γεμάτο γαλόνι που το ‘χε για ρεζέρβα. Η Ροδιά πήρε το στουπί αμίλητη κι άρχισε να καθαρίζει τις φτέρνες της.
-Έτσι που γίναμε, θέλουμε όλο το γαλόνι τη βενζίνα, είπε ντροπιασμένος ο Μάης. Εμπρός, πάμε αλλού!
Τις πήρε, λοιπόν, και πήγαν αλλού. Πέρασαν το Σούνιο και όλο πήγαιναν, όλο πήγαιναν…
-Πεινάω, είπε κάποια στιγμή η Καρδερίνα. Ο Μάης σταμάτησε. Έβγαλε το καλάθι με τα φαγητά και τις κοίταξε με χαρά.
-Κορίτσια, μπορεί να μη χαρήκαμε τη θάλασσα, έτσι που την κατάντησαν, αλλά τουλάχιστο να φάμε καλά.
Έστρωσε μια κουβέρτα και ξαπλώσανε. Η Καρδερίνα έβγαλε από το καλάθι βραστά αβγά, σαλάμι, τυρί, ψωμί, κεφτέδες και το μπουκάλι με το νερό.
-Καρδερίνα μου, σε θαυμάζω, της είπε η Ροδιά. Τέτοια νοικοκυρά φιλενάδα πρώτη φορά μου ‘τυχε.
Ο Μάης έστριβε το μουστακάκι του με περηφάνια.
Και δεν είχε άδικο. Τέτοια ωραία κορίτσια για παρέα δεν τυχαίνουν στον καθένα τακτικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου