Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Αλέξης Πανσέληνος: “Η κρυφή πόρτα”

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου Η ΚΡΥΦΗ ΠΟΡΤΑ, που θα κυκλοφορήσει στις 25 Φεβρουαρίου από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. 

"ΠΑΣΧΙΖΩ ΚΑΙ ΙΔΡΟΚΟΠΩ για κάτι που κανένας δεν μου ζήτησε! 
Ο Ευγένιος έσπρωξε πέρα το διπλωτό τραπεζάκι με τις ριγωμένες κόλες σκόρπιες γύρω από μια νέα σελίδα, γραμμένη μισή, και το στιλό διαρκείας κύλησε πάνω της ώσπου η ακίδα στο καπάκι να το σταματήσει. 
Ο ήλιος πλησίαζε το σημείο του μεσημεριού, έμπαινε λοξά και ζωγράφιζε στο πάτωμα τις γρίλιες. Από το παράθυρο φαίνονταν δυο πολυκατοικίες. Για την ακρίβεια, τα τελευταία ρετιρέ με τα μπαλκόνια, τις γλάστρες, τις πάνινες πλιάν που έβγαιναν σαν έφτιαχνε ο καιρός, και τις τέντες, άλλες κατεβασμένες, άλλες τραβηγμένες. 
Η παλιά αστική γειτονιά είχε γεμίσει φοιτητές, άγνωστα πρόσωπα που κρατούσαν τα διαμερίσματα για λίγο, τα άφηναν σε ένα ή δύο χρόνια, και γέμιζαν οι ιδιοκτήτες με ενοικιαστήρια τις εισόδους και τους τοίχους. Κάποια έμεναν εκεί για πάντα, αφού κανείς δεν σκοτιζότανε να τα αφαιρέσει. Για τους παλιούς κατοίκους, όσους απόμεναν, η παρακμή δεν ήταν τόσο ορατή, καθώς συνέτρεχε με τη δική τους. Γερνούσαν στην ίδια μεριά της πόλης όπου κάποτε ήτανε νέοι. Και τον Ευγένιο ελάχιστα τον ενοχλούσε η μετάλλαξή της από αληθινή γειτονιά σε κέντρο διερχομένων. Του άρεσε που κάθε τόσο πρόβαλλαν στα απέναντι παράθυρα πρόσωπα νέα...

 
Έβγαινε σπάνια πια. Θέατρο είχε χρόνια να δει, στον κινηματογράφο αραιά και πού, ταβέρνες μόνο αν έβρισκε παρέα, κοινωνικές σχέσεις ελάχιστες διατηρούσε, από την εποχή που όλοι οι δικοί του είχαν πεθάνει (τελευταία η μητέρα του) και είχε χωρίσει με την Ηρώ. 
Οι πιο συχνές του επαφές ήταν ο Στέφανος, παλιός συνάδελφος από το υπουργείο, και η κυρία Βεατρίκη, υπεύθυνη ενός εκδοτικού οίκου για τον οποίο ο Ευγένιος μετέφραζε βιβλία που ξαφνικά εκτινάσσονταν στη δημοσιότητα και ο ίδιος έβρισκε τα περισσότερα από κακά έως αδιάφορα. Δύο μόνο δικά του έργα είχε εκδώσει ίσαμε τότε. Είχαν αρέσει σε ένα περιορισμένο, «υποψιασμένο», όπως το έλεγε, κοινό, αλλά δεν πούλησαν ποτέ πέρα από μια πρώτη έκδοση των χιλίων διακοσίων (το δεύτερο ούτε καν τόσα). Ο εκδότης αρνιότανε πεισματικά να βγάλει κάτι νέο δικό του. Αντίθετα καλοδεχόταν τις μεταφράσεις του, που ξεχώριζαν για το στιλ και τη γλώσσα τους, και του πλήρωνε ένα μικρό ποσό στην αρχή και τα υπόλοιπα στην παράδοση. 
Τα βιβλία που μετέφραζε τα διάλεγε πάντα η κυρία Βεατρίκη. Εκείνη παρακολουθούσε ξένα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες και έκανε τις επαφές για τα δικαιώματα με τους εκδοτικούς οίκους... 
Τα πολιτιστικά των εφημερίδων συχνά τον ανέφεραν, πάντα όμως ως «άριστο μεταφραστή», πράγμα που τον στεναχωρούσε περισσότερο από όσο τον κολάκευε. Με τις εύφημες μνείες δεν βγάζεις το ψωμί σου και ο Ευγένιος ασφυκτιούσε οικονομικά όλα τα τελευταία χρόνια, από το ’10 και μετά, χωρίς ελπίδα να αλλάξει η κατάσταση, εκτός αν αυτό γινόταν σε βάρος της υγείας του, που και πάλι το κέρδος θα ήτανε ελάχιστο – αν τελείωνε δύο βιβλία, ας πούμε, στον χρόνο που χρειαζόταν για το ένα. 
Η μετάφραση είναι ακόμα πιο κουραστική όταν αυτό που μεταφράζεις δεν σου προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Ο Ευγένιος είχε προσέξει ότι τις σπάνιες φορές που αυτό συνέβαινε, η δουλειά του δυσκόλευε κι άλλο, γιατί τα βιβλία που του την πρόσφεραν ήταν πιο απαιτητικά και πιο δύσκολα από εκείνα που τον άφηναν αδιάφορο. 

Αν και τον βάραινε αυτή η σιωπή μέσα στο σπίτι, όμως δεν θα ήθελε για τίποτα στον κόσμο αυτό να αλλάξει. Γύριζε συχνά στον νου του η συζήτηση ανάμεσα στον Πιερ και στον Αντριέι Μπαλκόνσκι, από το Πόλεμος και Ειρήνη, όπου ο ένας πρίγκιπας, ο πιο έμπειρος στη ζωή από τους δύο, προτρέπει τον άλλον να μην παντρευτεί ποτέ. «Ποτέ, μα ποτέ να μην παντρευτείς, φίλτατέ μου. Να μην παντρευτείς ίσαμε τη στιγμή που θα πεις μέσα σου πως έκανες ό,τι μπορούσες, κι ίσαμε τη στιγμή που θα ᾽χεις πάψει ν’ αγαπάς τη γυναίκα που διάλεξες, ίσαμε τη στιγμή που θα την έχεις δει ξεκάθαρα. Γιατί αλλιώς θα γελαστείς σκληρά κι ανεπανόρθωτα. Να παντρευτείς γέρος, ολότελα άχρηστος... Γιατί αλλιώς θα χαθεί κάθε καλό κι ανώτερο που έχεις μέσα σου, θα σκορπιστούν όλα σε μικρολογίες. Αν περιμένεις απ’ τον εαυτό σου κάτι στο μέλλον, θα νιώθεις στο κάθε σου βήμα πως για σένα τέλειωσαν όλα, κλείσανε όλα, εκτός απ’ το σαλόνι, όπου θα στέκεσαι στην ίδια βαθμίδα μ’ έναν αυλικό λακέ και μ’ έναν ηλίθιο...» 
Αυτά τα λόγια του πρίγκιπα Αντριέι του είχανε καρφωθεί στο μυαλό πριν ακόμη χωρίσουν με την Ηρώ και πάλι τώρα που, μόνος, ένιωθε συχνά τη σιωπή στο σπίτι ανυπόφορη και αφιλόξενα τα κρύα σεντόνια του κρεβατιού. Όχι, δεν θα παντρευόταν ξανά. Αυτό ήταν σίγουρο, αμφιβολία δεν χωρούσε και, σε μεγάλο βαθμό, η απροθυμία του να βγαίνει οφειλόταν στον φόβο πως μπορεί να γνώριζε κάποια γυναίκα και να έμπλεκε. Σήμερα, βέβαια, ο γάμος δεν είναι τόσο απαραίτητος κοινωνικά, ένα σωρό άνθρωποι συστήνονται, «ο σύντροφός μου», «η σύντροφός μου», και όλοι ξέρουμε τότε πως έχουμε μπροστά μας ένα από κείνα τα ζευγάρια που παλιότερα λέγαμε ότι ζουν στην αμαρτία... 
Στην πραγματικότητα είχε εξορίσει τον έρωτα από τη ζωή του. Τα γειτονικά μπαλκόνια και τα παράθυρα ήταν ο νέος κοινωνικός του περίγυρος. Παρατηρούσε τους απέναντι όπως κοιτάμε τα έργα στην τηλεόραση. Χαλάρωνε έτσι· και παρακολουθώντας πότε τη μοναχική κυρία του απέναντι ρετιρέ που έβγαινε και καθόταν κάτω από τη λάμπα του τοίχου να διαβάσει, πότε το ζευγάρι με το τρίχρονο κοριτσάκι που έτρωγαν με την τηλεόραση να παίζει χωρίς κανείς να την προσέχει, και άλλοτε τη φοιτητοπαρέα, στον τέταρτο της γωνιακής πολυκατοικίας, επί της Σμολένσκη, κορίτσια όλα, που βολτάριζαν ξυπόλυτα στο παρκέ, γυμνάζονταν σε ένα στρώμα ή κάθονταν στο μπαλκόνι με τους φίλους τους, ο Ευγένιος χάζευε τη ζωή των άλλων και ξεχνούσε τη μιζέρια της δικής του... 

Κάτω από το βιβλίο που μετέφραζε, πλακωμένοι, έστεκαν οι λογαριασμοί των τελευταίων δύο μηνών – απλήρωτοι και χωρίς σοβαρή προοπτική να πληρωθούνε σύντομα. Εντάξει, η ΔΕΗ δεν θα σου έκοβε το ρεύμα για εκατόν είκοσι ευρώ, ούτε η ΕΥΔΑΠ για δεκαεννέα, ούτε η εταιρεία τηλεφωνίας τη σύνδεση για το οφειλόμενο πάγιο συν πέντε ή δέκα τηλεφωνήματα, όσα είχε κάνει τον τελευταίο μήνα. Αλλά το καλοκαίρι όλα διαλύονται, και στη χώρα που ζούμε, σκεφτόταν ο Ευγένιος, διαλύονται περισσότερο απ’ όσο συνήθως, οι επιχειρήσεις κλείνουν, ο κόσμος φεύγει, η πόλη αδειάζει και χρήματα δεν έρχονται από πουθενά όταν καίγεσαι και τα περιμένεις..." 

ΠΗΓΗ: http://diastixo.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου