Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ένα παιδί μιλάει στ’ άστρα…

Άσχημος καιρός σήμερα, «ο αέρας φυσάει σα γύφτος»**, ψιθύρισε. Πήρε ένα βιβλίο -«Ανθολόγιο Λογοτεχνίας» ο τίτλος του- και κάθισε δίπλα στο παράθυρο για να βλέπει στο δρόμο. Ψυχή δεν κυκλοφορεί… Μόνο ένα παιδί καθισμένο στο πεζοδρόμιο, κάτι δείχνει να περιμένει. Από τα ρούχα και το πολύχρωμο σκουφάκι του καταλαβαίνει πως είναι μικρό κορίτσι, ίσως ένα από τα προσφυγόπουλα που φιλοξενούνται τις τελευταίες μέρες στο παλιό στρατόπεδο. Μα, τούτο πάλι, τι γυρεύει μόνο του; Δεν έχει γονείς να το αναζητήσουν; Αναρωτήθηκε κι άνοιξε το βιβλίο…
«Οι αέρηδες είναι ακόμα μαλακοί... Δε θέλουν σύννεφα μαζί τους, πάνε ανάλαφροι σαν ξυπόλυτα παιδιά. Να, σαν κι αυτό το ξυπόλυτο παιδί που τρέχει απόψε πάνω στο δρόμο που φέρνει στην πόλη. Τρέχει, γιατί κρυώνει και γιατί το σπρώχνει ο αέρας σαν κουρελάκι…»**
Ανασήκωσε το κεφάλι, το παιδί είναι στην ίδια θέση. Έχει στραμμένο το κεφάλι ψηλά, ποιος ξέρει, ίσως περιμένει να δει τ’ άστρα να φέγγουν το ένα μετά το άλλο. Ξαφνιάζεται, όταν το βλέπει να στρέφει το βλέμμα προς το παράθυρό του. Έχει μεγάλα μάτια, εκφραστικά σαν να θέλουν να πουν πολλά, αλλά δε βρίσκουν σε ποιον… «Κοριτσάκι, μεγάλα μάτια – τί μεγάλα! – σὲ ποιό οὐρανό χαμογελᾷς; Τί βλέπεις πίσω ἀπὸ τὰ μάτια μας;..»***

Γύρισε το βλέμμα σκεφτικός ξανά στο βιβλίο… «Ο Χριστός είναι παντού, τριγυρίζει απόξω από το χωριό μας, χτυπάει την πόρτα μας, στέκεται και ζητιανεύει απόξω από την καρδιά μας. Φτωχός, πεινασμένος, άστεγος είναι ο Χριστός…»**** Αφήνει το βιβλίο να πέσει απ’ τα χέρια του. Κοιτάζει αφηρημένα γύρω στο δωμάτιο και το βλέμμα του σταματά στην παλιά, ασπρόμαυρη φωτογραφία της Μικρασιάτισσας γιαγιάς του. Τη θυμάται μικρός να του διηγείται την περιπέτεια που έζησε, 10χρονο κοριτσάκι, όταν έφτασε με τους πρόσφυγες γονείς της σ’ ένα νησί του Αιγαίου…
«Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ' το χέρι, κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν να 'μαστε τυφλοί και δεν ξέραμε πού θα μας φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν' ακουμπήσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση: «Δε δεχόμαστε πρόσφυγες»…*****
Ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά το κορμί του. Σηκώθηκε, πήρε τη φωτογραφία της γιαγιάς του και κάθισε στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο συλλογισμένος. «Ε, φουκαριάρα, γιαγιά, τι τράβηξες κι εσύ από τα παιδικά σου χρόνια! Αντί για χαρές, παιχνίδια κι αγκαλιές αγάπης, πόλεμος, ξεριζωμός, καταστροφές, και «πατριώτες» που σας υποδέχονταν με κλειστές πόρτες !» «Ο Χριστός ο δικός μας είναι φτωχός, κατατρεγμένος, χτυπάει τις πόρτες και κανένας δεν του ανοίγει…»****
 Τι χρόνια κι εκείνα! Έστρεψε ασυναίσθητα το βλέμμα στο δρόμο. Το μικρό κοριτσάκι κοιτούσε στον ουρανό. Τ΄ άστρα είχαν κιόλας εμφανιστεί. Έδειχνε σαν να μιλά, σε ποιον, στα άστρα; Τι χάρη, άραγε, να ζητά; Τι να κρύβει στα βάθη της καρδιάς του; Πίκρα; Παράπονο; Οργή; «Φτιάξανε το Θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περισσεύει Θεός για παιδιά…» Όμως, «ο Χριστός ο δικός μας, ο ξυπόλητος, κοιτάζει τα κορμιά που πεινούν, τις ψυχές που πλαντούν, φωνάζει: «Άδικος είναι, άτιμος, άσπλαχνος ο κόσμος τούτος, πρέπει να γκρεμιστεί…»****
Μια γρήγορη ματιά στο βιβλίο έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει … «Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου!»****** Απότομα σηκώθηκε από την αναπαυτική του καρέκλα, έριξε στον ώμο το παλτό του και βγήκε στο δρόμο… Πλησίασε το μικρό κορίτσι, εκείνο δεν ξαφνιάστηκε, έδειξε σαν να τον περίμενε! Γύρισε και τον κοίταξε με τα μεγάλα, εκφραστικά του μάτια … Της χαμογέλασε, ύστερα πέρασε το παλτό του στην πλάτη της και κάθισε στο πεζοδρόμιο δίπλα της. Με νοήματα τής συστήθηκε: «Εγώ… είμαι… ο Βασίλης… Εσύ;» Του χαμογέλασε και με τον ίδιο τρόπο είπε: «Αμέλ!»* «Γιατί είσαι εδώ, μόνη» ξαναρώτησε με νοήματα… Δεν του απάντησε, μόνο έκλεισε τα μάτια…
«Κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι πως δεν πεινάω.
Έχω στο πλάι μου όλους τους φίλους μου, παίζω, γελάω…»
Σηκώθηκαν μαζί και προχώρησαν για το σπίτι του… Πόσο πιο ζεστά ήταν μέσα! Της έδειξε να καθίσει στην καρέκλα και πήγε στην κουζίνα. Από το διπλανό διαμέρισμα μια ομάδα παιδιών τραγουδούσε στην τηλεόραση …


«Είμαστ’ εμείς
ο κόσμος όλος!
Παιδιά της γης,
ελπίδα της ζωής
κι αγάπης θόλος…»
Γύρισε γρήγορα κρατώντας ένα σάντουιτς κι ένα ποτήρι ζεστό γάλα… Τη βρήκε κοντά στο παράθυρο να κοιτάζει τ’ άστρα. «Τι περίεργο» -φαντάστηκε πως θα σκέφτεται-«κι από την πατρίδα μου έτσι μοιάζει ο ουρανός τα βράδια…» Πήρε διστακτικά από τα χέρια του το σάντουιτς και το ποτήρι και χαμογέλασε. Το ημερολόγιο στον τοίχο έγραφε: 11 Δεκεμβρίου, UNICEF-Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού…
 Άνοιξε το βιβλίο κι άρχισε να της διαβάσει αργά, ψιθυριστά, σαν να προσεύχεται:
«Καλέ θεούλη,
εμείς είμαστε καλά.
Κάνε εσύ καλέ Θεούλη,
νάχουν όλα τα παιδάκια,
ένα ποταμάκι γάλα,
μπόλικα αστεράκια,
μπόλικα τραγούδια.
Κάνε εσύ, καλέ Θεούλη,
να ΄ναι όλα καλά,
έτσι που κι εμείς
να μην νιώθουμε ντροπή
για την τόση μας χαρά»***
Σταμάτησε κι είδε το βλέμμα της να συναντά το δικό του…
Δεν μίλησαν, χαμογέλασαν αμυδρά… Τι περισσότερο θα μπορούσαν να πουν τα χείλη από τα μάτια!

 *Αμέλ στα συριακά σημαίνει ελπίδα
**Μενέλαος Λουντέμης: «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» 
***Γιάννης Ρίτσος:«Πρωινό άστρο
 ****Νίκος Καζαντζάκης:«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»
*****Διδώ Σωτηρίου: «Οι νεκροί περιμένουν»
******Κ. Παλαμάς:«Ο κύκλος των τετράστιχων»

ΠΗΓΗ: Εφημ. Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ/Παναγ.Λίτσας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου