Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης

Επίκαιρος ή παρωχημένος; 

Γράφει η Αγγέλα Καστρινάκη* 

Πόση γοητεία άσκησε στην εφηβική μας ηλικία! Ακόμα θυμάμαι –και διαπίστωσα ότι είμαστε πολλοί όσοι θυμόμαστε– την εναρκτήρια φράση από το « Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα»: «Ο αέρας φύσαγε σα γύφτος». Οι παρομοιώσεις του Λουντέμη, οι μεταφορές του, εκείνη η στρίγγλα βροχή που πάει να πνίξει τις σοδειές και η θεόρατη φωτιά που επιθυμεί να ζεστάνει τον κόσμο, έχουν αναμφισβήτητα μεγάλη υποβλητική δύναμη.
Στον κόσμο του Λουντέμη, το φτωχό Ελληνάκι προστατεύει το ακόμα φτωχότερο Τουρκάκι, ενώ ο Μπίθρος ο γύφτος σκύβει γεμάτος αγάπη προς το καταδιωγμένο παιδί, τον Μέλιο (τον διάσημο). Αγάπη, αλληλεγγύη, ανθρωπιά. «Η εκδίκηση του καλού», όπως λέει κι ο Δημήτρης Ποταμιάνος στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Αμφιθέατρο». Κι εγώ συμφωνώ: αρκετά έχουμε δει παραλλαγές του κακού στην τέχνη· το καλό, ίσα ίσα, είναι πολύ πιο δύσκολο να αποδοθεί με μαστοριά.

Ο μάστορας του καλού, ο κορυφαίος θα έλεγα, είναι ο Ντίκενς. Πουθενά αλλού δεν έχω διαβάσει τόσο χαριτωμένες σκηνές οικογενειακής αγάπης, φιλίας, αλληλεγγύης. Χαριτωμένες: χωρίς αυτή την ιδιότητα, θα ήταν μάλλον ανυπόφορες. Χάρη σε αυτήν, γίνονται από τα ωραιότερα κομμάτια της λογοτεχνίας.
Λουντέμης. Αλλά ο δικός μας δεν φτάνει στο ύψος του (δεν θα ’ταν κι εύκολο). Ναι, είναι χαριτωμένο το εύρημα τα δύο μικρά αγόρια να αντιλαμβάνονται τον έρωτα σαν μια παραχώρηση του κοριτσιού να της τραβήξουν τις πλεξούδες – αρκετά χαριτωμένο. Όμως, να… οι ήρωες του Λουντέμη κλαίνε πολύ, σκουπίζουν τα μάτια τους ασταμάτητα· η απόσταση προς το γλυκερό υπερβαίνεται, φευ, μάλλον εύκολα («Ολάν, λέει και σφουγγάει τα δάκρυά του»).

Κι έπειτα το μήνυμα. Ε, το μήνυμα πρέπει να είναι πολύ γοερό: «Ν’ αγαπάς, όπως πρέπει ν’ αγαπηθούν μια μέρα… όλοι οι άνθρωποι. Αμήν!», το τέλος από το «΄Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα». Καλές προθέσεις, όχι λίγη αφέλεια.
Επίκαιρος; Σε επίπεδο θεματικής, η νέα φτώχεια τον φέρνει ίσως πάλι στο προσκήνιο. (Αν και το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» δεν χάθηκε ποτέ, με πληροφορούν φίλοι βιβλιοπώλες, από τα ράφια των βιβλιοπωλείων.)
Το μήνυμα της ελπίδας ανακουφίζει: ο μικρός ήρωας του «Συννεφιάζει» το βλέπει στο βάθος, μέσα απ’ την καταχνιά, το περίφημο «Μάικωβο» (ένα ελαφρά καμουφλαρισμένο Μόσκοβο), τη χρυσή πολιτεία με τα σπίτια από φίλντισι, το διακρίνει αμυδρά και λέει: «Πάμε!». Η ελληνική κοινωνία επένδυσε, όπως ξέρουμε, σε αυτό το «πάμε». Μακάρι να γινόταν με λιγότερη αφέλεια.

* Η κ. Αγγέλα Καστρινάκη διδάσκει νεότερη λογοτεχνία στο Φιλολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης και είναι επίσης συγγραφέας. Τελευταίο της βιβλίο το μυθιστόρημα «Και βέβαια αλλάζει!», εκδ. Κίχλη

ΠΗΓΗ: http://www.kathimerini.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου