Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1909…

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού: 
«Λίγες και μία νύχτες» - Εκδ. ΠΑΤΑΚΗ)

 «…Την παραμονή του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα οι μαχαλάδες πάνω και κάτω απ’ τη μεγάλη λεωφόρο βρίσκονταν σε αναβρασμό. Δεν είχε αποσώσει ακόμη η ζέστη του μεσημεριού και στους χωμάτινους δρόμους σηκωνόταν εδώ κι εκεί σκόνη απ’ τα ξερόκλαδα που έσερναν τα παιδιά και τα στοίβαζαν. Κάποια απ’ αυτά ήταν κοτζάμ δέντρα πελεκημένα, που τα ΄χαν αφήσει κάμποσες μέρες σ’ αδειανά οικόπεδα στον ήλιο για να ξεραθούν. 
Κάθε γειτονιά είχε φροντίσει για μια θημωνιά από κλαδιά και κούτσουρα. Κάποια σύννεφα που είχαν μαζευτεί το απόγευμα τρόμαξαν λίγο τους πιο ένθερμους, αλλά διαλύθηκαν με τον ερχομό της νύχτας. Όσοι Ρωμιοί κατοικούσαν στ’ ασβεστωμένα φτωχόσπιτα παράμερα απ’ το φωτισμένο λιθόστρωτο με τις δεντροστοιχίες, είχαν μαζευτεί από νωρίς σε συντροφιές κι είχαν γεμίσει με νερό στέρνες, στάμνες, κιούπια, ό,τι είχε το κάθε σπιτικό. Ύστερα περνούσαν ένας ένας και πετούσαν μέσα δαχτυλίδια, κέρματα, ξύλινους και αργυρούς σταυρούς και χρυσά δόντια, για να τους φωτίσει ο άγιος για τα μελλούμενα. 
Κάτω απ’ τις κληματαριές είχαν βγει τα κεράσματα: ρακί με ζεματισμένα κουκιά στο ξίδι, κουλούρια με κανέλα, καφέδες που έβραζαν σε μεγάλα μπρίκια κι έδιναν μοσχοβολιά στις μικρές αυλές, όπου ωρίμαζαν καΐσια και αμύγδαλα. Οι Έλληνες της συνοικίας των Εξοχών γιόρταζαν τις πιο μεγάλες μέρες του θέρους, και καθώς δεν ήταν γεωργοί για να τους έχουν ολημερίς ανάγκη τα χωράφια, είχαν τον χρόνο να το ρίξουν έξω και να ξενυχτήσουν.
 
Οι φωτιές ψήλωσαν και φέγγισαν με το πρώτο σκοτάδι. Τα παιδιά ήταν πιο πολύ αυτά που είχαν κάνει κύκλο γύρω απ’ τους φανούς και τραγουδούσαν. Γείτονες αλλόθρησκοι κάθονταν παράμερα και χάζευαν τη φωτιά, που με τον ερχομό της νύχτας μαγνητίζει δίχως διάκριση όλα τα πλάσματα. 
Ο Λευτέρης έβαλε δυο δάχτυλα στα στο στόμα του και σφύριξε μ’ όλη του τη δύναμη. Κατόπιν βγήκε μπροστά από ένα μπουλούκι ξυπόλυτα αγυιόπαιδα… Με το σφύριγμα, η συμμορία πειθάρχησε κι όλοι τραβήχτηκαν πίσω… …
Η φωτιά του μαχαλά είχε κόψει την κυκλοφορία στο χωματόδρομο και κάτι τελευταία μοσχάρια, που τα ΄φερναν από μια μακρινή βοσκή, κόντεψαν να καψαλίσουν τις τρίχες τους περνώντας σύρριζα απ’ τον φανό. 
Ο Λευτέρης έδωσε τον πρώτο πήδο πάνω απ’ τη φωτιά μέσ’ από τσιρίδες ενθουσιασμού, που έφτασαν ως το Γενί Τζαμί και την προβλήτα του Κερήμ εφέντη. Πήρε βαθιά ανάσα κι έστριψε πίσω το κεφάλι για να καμαρώσει τον άθλο του. Είχε καταφέρει κι είχε περάσει πάνω απ’ τη φωτιά πριν εκείνη αρχίσει ακόμη να χωνεύει και να χάνει ύψος. Μπορεί να μην ασχολιόταν πια με τα ρεσάλτα της συμμορίας του δρόμου, ήθελε όμως να τον λογίζουν ακόμη γι’ αρχηγό. 

Ένας γείτονας κουβάλησε ένα πανέρι κεράσια κι άρχισε να τα μοιράζει στα παιδιά. 
«Και του χρόνου, μπάρμπα!» φώναζαν οι πιο πολλοί και τα κρεμούσαν δυο δυο στ’ αυτιά τους σκουλαρίκια και χαχάνιζαν ψάχνοντας κανένα καθρεφτάκι να κοιταχτούν… 
Οι μέρες του καλοκαιριού κρατάνε περισσότερο και οι σύμμαχές τους φωτιές αντιπαλεύουν κι αυτές ανελέητα το σκοτάδι. Όσο περνούσε η ώρα, μαζεύονταν γύρω απ’ τις φωτιές του Αϊ Γιαννιού παιδιά απ’ όλες τις γειτονιές, Τουρκόπουλα πιο πολύ κι Εβραιόπουλα, που πηδούσαν ακούραστα πάνω απ’ τις φλόγες που ήθελαν να γλείψουν τα γυμνωμένα πόδια και να καψαλίσουν τα ανέμελα μακριά μαλλιά των κοριτσιών… 
Ο καπνός απ΄ τον φανό άλλαζε κατεύθυνση από το αεράκι της νύχτας κι όλος ο κύκλος των πιστών του Αϊ-Γιάννη είχε αρχίσει να μαζεύει καπνιά στα πρόσωπα και στα γυμνά πόδια. Μια άγρια φυλή γεννιόταν έτσι σιγά σιγά, με σκουλαρίκια στ’ αυτιά και κάπνα στο ηλιοκαμένο δέρμα, η οποία κάθε τόσο, χάριν του καλοκαιριού, ούρλιαζε με κόκκινα χείλη από τα ειδωλόθυτα κεράσια και πηδούσε πάνω απ’ τη φωτιά…» 

 (Ο Ισίδωρος Ζουργός θα παρουσιάσει το βιβλίο του «Λίγες και μία νύχτες» την Τετάρτη 5 Ιουλίου στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμουπόλεως. )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου