Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

«Το όνειρο

του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες»

Διήγημα του Κωνσταντίνου Μούσσα * 

 Η φαινομενικά πολυάσχολη γραμματέας με παρακάλεσε να περιμένω την υπεύθυνη εκδόσεων για λίγα λεπτά σε κάποιο γραφείο. 
Βρισκόμουν στο κεντρικό κτίριο “μεγάλου” εκδοτικού οίκου-το όνομα δεν έχει σημασία- προκειμένου να καταθέσω για αξιολόγηση κάποια κείμενα, γνωρίζοντας βέβαια εκ των προτέρων ότι δεν είχαν σχεδόν καμιά ελπίδα, για έκδοση. 
Κάθισα διστακτικά παρατηρώντας τριγύρω, με τις σελίδες μου κλεισμένες σ’ ένα λευκό φάκελο που χωρίς να μπορώ να εξηγήσω τον λόγο, κρατούσα τόσο σφιχτά …σαν να φοβόμουν ήδη τον επικείμενο βίαιο αποχωρισμό. Τι να έκανα όμως; 
 Λιγοστά τα έσοδα της αναγνώρισης, απλήρωτοι κι οι λογαριασμοί τόσων ελπίδων, έπρεπε να διαλέξω κάποια από τα χειρόγραφα παιδιά μου να προσφέρω για υιοθεσία. Και να ‘μαι λοιπόν στο ανακαινισμένο νεοκλασικό της ανάδοχης εκδοτικής οικογένειας. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Τι μέλλον μπορεί να είχαν με μένα αυτές οι άμοιρες λέξεις. Χλωμές, ασθενικές και πεινασμένες, χωρίς ένα ζευγάρι επιρρήματα της προκοπής για παπούτσια, ξυπόλητες, με πολυφορεμένα πνεύματα, μπαλωμένα σημεία στίξης αποφόρια και πάντα λυπημένες προθέσεις στα μάτια.

Κι ενώ είχα πάρει πια την μεγάλη απόφαση, παρατήρησα σε μερικά καμπουριασμένα ράφια, από το επίμονο βάρος των ονείρων απέναντί μου, δεκάδες μετεξεταστέους φακέλους, παρόμοιους με τον δικό μου. Μερικοί μάλιστα είχαν γραμματόσημα και ξεθωριασμένες διευθύνσεις. Στοιβαγμένοι, κουρελιασμένοι φάκελοι, ανάμεσα σε άλλα τόσα δεμένα, με σπιράλ ή απλά συρραπτικό, υποψήφια βιβλία που πίστεψαν κάποτε πως θα αποχτήσουν σκληρό εξώφυλλο και φαρδιά ράχη με τίτλο κι ονοματεπώνυμο… 
 Όλα στριμωγμένα, στο έλεος της διαλυτικής σκόνης, βρώμικα, ετοιμόρροπα κι εγκαταλελειμμένα. Κουφάρια μισοθαμμένα κάποιας ξεχασμένης εδώ και χρόνια, ελπίδας. Πάγωσα. Και πως να κρυφτώ από τις λέξεις μου; Με ήξεραν τόσο καλά. Άρχισαν τα κλάματα και τα ουρλιαχτά οι προτάσεις, έτρεχαν τρομοκρατημένες με τις παρενθέσεις και τις τελείες, μαζεύοντας ό,τι μπορούσαν από τις διπλανές παραγράφους και πηδώντας στο κενό μέχρι την παρακάτω παράλληλη γραμμή, μήπως και προλάβουν να φτάσουν στο λιμάνι της τελευταίας σελίδας. Κι από ‘κει έχει ο Θεός, ποιος ξέρει; 
Πάτησα με μανία το κουμπί στο αργοκίνητο ασανσέρ. Ούτε θυμάμαι πως βρέθηκα τρέχοντας στον διάδρομο, που λίγα λεπτά πριν, με τόσες προσδοκίες είχα διασχίσει, για να περάσω την πόρτα του “γνωστού” εκδοτικού οίκου. 
Όχι. Καλύτερα με μένα οι μικρές μου λέξεις. Εκεί στην φτωχική αυταπάτη μιας ευκαιρίας θα περιμένω, έστω κι αν χρειαστεί να περάσουν “εκατό χρόνια μοναξιάς”.

 *Ο Κωνσταντίνος Μούσσας γεννήθηκε στον Πειραιά, σπούδασε Ιατρική και έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ και ΙΩΛΚΟΣ από τις εκδ. Αλεξάνδρεια. ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ από τις εκδόσεις Δωδώνη. Ποιήματα και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στο ηλ. περιοδικό Fractal, στο Φρέαρ, στη Λέσχη Ελλήνων λογοτεχνών, στο Κεν. Ευρωαντλαντικών Μελετών, στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ και αλλού. Η συλλογή του, ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ είναι υπ. για το βραβείο Γ. Αθάνα, της Ακαδημίας Αθηνών για το 2105, ενώ το θεατρικό του έργο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ τιμήθηκε από τον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό με Α΄ έπαινο.

ΠΗΓΗ: http://fractalart.gr/ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου