Γιάννης Ρίτσος*
Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 19 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (1945)
«Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μια άγκυρα- έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις. Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους. Τίποτ’ άλλο. Θα ’ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις-τέσσερις πευκοβελόνες -η χαρά σου. Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Όπου να ’ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ’ ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν την θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι άνθρωποι; «Ποιοί κλέβουν απ’ τα μάτια μας το φως;». Έτσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.
Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 19 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (1945)
«Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μια άγκυρα- έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις. Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους. Τίποτ’ άλλο. Θα ’ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις-τέσσερις πευκοβελόνες -η χαρά σου. Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Όπου να ’ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ’ ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν την θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι άνθρωποι; «Ποιοί κλέβουν απ’ τα μάτια μας το φως;». Έτσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.









