Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

«Στα ηπειρώτικα κατσάβραχα …»

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη 

«Οι αδερφοφάδες» -  Εκδ. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


 «…Ακούμπησε το πηγούνι του στο χοντρό ραβδί του ο παπα-Γιάνναρος κι ανέβηκαν οι μεγάλες θύμησες, φούσκωσε η καρδιά του… Χτυπούσε το κλουβί της να φύγει. Πώς ξαφνικά, τώρα και λίγα χρόνια, είχαν γεμίσει ετούτα τα βουνά φαντάρους κι ευζωνάκια, τι γιουρούσι ήταν εκείνο, τι φωνές, τι χαρές, τι συνέπαρμα θεϊκό, πώς ο θάνατος είχε κατατροπωθεί κι εξευτελιστεί από την ψυχή του ανθρώπου! Κι η Παναγιά, όχι πια μαυροφορεμένη, χαροκαμένη μάνα, παρά στρατεμένη κι αυτή, φορώντας το ηπειρώτικο χοντρόμαλλο ζιπούνι και στα πόδια χωριάτικες μενεξελιές κάλτσες και μ’ ένα μάλλινο σκούφο αψηλό, πολεμικό, σαν περικεφαλαία στα ξέπλεκα ψαρά μαλλιά της, πήγαινε μπροστά από τα ρωμέικα φουσάτα και χούγιαζε, κοιτάζοντας καταβορρά, κατά τους Άγιους Σαράντα και τον Αυλώνα! Τη νύχτα, μέσα στα ονείρατα του φαντάρου, τη μέρα, μέσα στον ήλιο και στα χιόνια, έτρεχε, φώναζε, δρασκέλιζε τα βουνά, κουβαλούσε τα κανόνια στη ράχη της, μοίραζε την κουραμάνα στους στρατιώτες και κρατούσε ένα μεγάλο αστέρευτο σταμνί δροσάτο νερό και τους πότιζε. Και μια φορά, ένα δειλινό, την είδε ετούτος ο παπάς, πριν ακόμα σκολάσει η μάχη, την είδε με τα μάτια του, να κρατάει απλωτά στην αγκαλιά της ένα λαβωμένο φαντάρο, βροχή οι οβίδες γύρα της κι αυτή δρασκελούσε τις μπροστοφυλακές κι έγερνε τρυφερά απάνω στο πληγωμένο αγόρι και του χαμογελούσε.

Μιαν άλλη μέρα, καταμεσήμερα, είδε ο παπα-Γιάνναρος τον πρωτολεβέντη της Ελλάδας, τον Άι-Γιώργη, στο άσπρο του άλογο, έτρεχε, τρικύμιζαν τα ξανθά μαλλιά του στον άνεμο και στα καπούλια του αλόγου του κάθουνταν και τον κερνούσε από χρυσό μπρίκι μια κοπέλα μελαχρινή, μεγαλομάτα –η Ελλάδα.

Τώρα, να, είχε σκοτώσει το θεριό ο ξανθός καβαλάρης, έσταζε το κοντάρι του ακόμα μαύρο αίμα κι είχε αρπάξει την αθάνατη βασιλοπούλα, τη θρόνιασε στα καπούλια του αλόγου του και την πήγαινε κι αυτός καταβορρά, κατά τους Άγιους Σαράντα και τον Αυλώνα.

Όλα η ορατή κι αόρατη Ελλάδα είχαν ανέβει αδερφωμένες στα ηπειρώτικα ετούτα κατσάβραχα, ψυχή και κορμί είχαν γίνει ένα κι από θάμα σε θάμα, από βουνό σε βουνό, κυνηγούσαν τον πίβουλο ξενομπάτη και λευτέρωσαν τ’ άγια χώματα…

-Όλη δόξα κι όλη χάρη είσαι, κακομοίρα Ελλάδα, φώναξε ο παπα-Γιάνναρος, από τη φτέρνα ως την κορφή όλο ψυχή. Δεν πρέπει να χαθείς, όχι, δε θα σε αφήσουμε εμείς να χαθείς, μάνα!»

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

«Γυναίκες της αναμονής»

Μάρω Βαμβουνάκη – Εκδ/ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

«Τότε, σε εκείνες τις ηλικίες μας, οι αγάπες και τα ζευγαρώματα ήταν στο κέντρο της έγνοιας μας. Πάντα είναι έτσι δηλαδή, μόνο που αρκετοί αρνιούνται να το ομολογήσουν. Ίσως επειδή παραδόθηκαν, στο μεταξύ, σε άλλου είδους πάθη: καριέρας, οικονομικά, πολιτικά, κομματικά, καλλιτεχνικά, γονεϊκά, αθλητικά, όμως πρόκειται για υποκατάστατα. Η βασική ανάγκη για ένωση προσώπου με πρόσωπο είναι εκεί, από πίσω τους, και τα φλογίζει σε βαθμό δυνατού πόθου. Ανικανοποίητου βέβαια αφού πρόκειται για υποκατάστατα».

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Στην ασφάλεια της αποτυχίας» τούτου του βιβλίου.
Γιατί δυστυχώς συμβαίνει να είμαστε πλάσματα γεμάτα φόβους και ψιλοδουλεμένες άμυνες. Φοβόμαστε ακόμα και την αληθινή χαρά, την ευτυχία και, ίσως περισσότερο, τη βαθιά αγάπη.
Για διάφορους λόγους τις αποφεύγουμε και βάζουμε στη θέση τους στόχους και επιλογές που νιώθουμε ότι ελέγχουμε καλύτερα. Κρύβει όμως μεγάλη θλίψη και κατάθλιψη η αποφυγή της αυθεντικής, της ζωντανής ζωής.

(Διαβάστε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ΕΔΩ !)

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020

Στην Αμερικανίδα ποιήτρια Louise Glück απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2020. Δύο χρόνια μετά την Πολωνή Όλγκα Τοκάρτσουκ, η Louise Glück είναι η 16η γυναίκα που τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10 εκατ. κορωνών Σουηδίας (958.000 ευρώ).


H Louise Glück γεννήθηκε το 1943 στη Νέα Υόρκη και ζει στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης. Είναι γνωστή και ως η «σκοτεινή» ποιήτρια για τη ροπή της σε θέματα γύρω από το τραύμα, την απώλεια και τη θλίψη.

Το 1992 της απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της «The Wild Iris» και το 1999 το βραβείο Μπόλινγκεν του Πανεπιστημίου του Γέιλ για τη συλλογή της «Vita Nova». Το 2003 χρίσθηκε 12η «Poet Laureate» των ΗΠΑ, ένας εξαιρετικά τιμητικός τίτλος. Το 2014 της απονεμήθηκε το αμερικανικό «Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Ποίησης» για τη συλλογή της «Faithful and Virtuous Night», ενώ το 2016, ο Μπαράκ Ομπάμα της απένειμε το ανώτατο παράσημο των ΗΠΑ για τους εκπροσώπους των Τεχνών και των Γραμμάτων.

Σε αρκετά ποιήματά της, άντλησε τα θέματά της από την ελληνική μυθολογία. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει για τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο, τον Αδη και την Περσεφόνη, την Κίρκη, τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη.

Σε ένα από τα πιο δημοφιλή της ποιήματα, με τίτλο «Νόστος», περιλαμβάνεται και ένας από τους πιο γνωστούς της στίχους: «Μια φορά κοιτάμε τον κόσμο, όταν είμαστε παιδιά. Τα υπόλοιπα είναι μνήμη». Η παιδική ηλικία και η οικογενειακή ζωή, η στενή σχέση ανάμεσα στους γονείς και τους αδελφούς και τις αδελφές αποτελούν κεντρική θεματική στο έργο της. 

Ποιήματα της  Louise Glück, μεταφρασμένα από τη Δήμητρα Κωτούλα και τον George Le Nonce έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Ποίηση και Ποιητική

Στην Ελλάδα, η φετινή νομπελίστρια ανήκει  από την άνοιξη του 2020 στους συγγραφείς των Εκδόσεων Στερέωμα. Τα έργα της μεταφράζονται από τον Χάρη Βλαβιανό και τη Δήμητρα Κωτούλα και θα κυκλοφορήσουν σύντομα. 

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/culture/book/

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

5 Οκτωβρίου: Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών

Με αφορμή την ημέρα που είναι αφιερωμένη στους εκπαιδευτικούς δημοσιεύουμε το συγκινητικό γράμμα του Αλμπέρ Καμύ, μόλις κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1957, στον δάσκαλο του, χωρίς τον οποίο δε θα γινόταν σπουδαίος συγγραφέας και δε θα είχε καταφέρει να τιμηθεί με Νόμπελ.

Ο δάσκαλος του στο σχολείο ήταν εκείνος που ξεχώρισε το ταλέντο του και η διδασκαλία του υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα ζωή του. Ο Καμύ δεν τον ξέχασε και έσπευσε να του γράψει λίγες ημέρες μετά τη βράβευση του.

Διαβάστε το γράμμα του στον δάσκαλο του:

 19 Νοεμβρίου 1957

 

Αγαπητέ Κύριε Ζερμέν

  Αφήνω την αναστάτωση που με περιτριγυρίζει αυτές τις μέρες να υποχωρήσει για λίγο, πριν σας μιλήσω από τα βάθη της καρδιάς μου. Μόλις μου δώσανε μια υπερβολικά μεγάλη τιμή, την οποία ούτε επιζητούσα ούτε επιδίωξα.

Αλλά όταν άκουσα την είδηση, η πρώτη μου σκέψη, μετά τη μητέρα μου, ήσασταν εσείς. Χωρίς εσάς, χωρίς το στοργικό χέρι που απλώσατε στο μικρό φτωχό παιδί που ήμουν, χωρίς τη διδασκαλία και το παράδειγμά σας, τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα είχε συμβεί.

Δεν νομίζω ότι σημαίνει και πολλά αυτού του είδος η τιμή. Αλλά τουλάχιστον μου δίνει την ευκαιρία να σας πω τι υπήρξατε και ακόμα είστε για μένα, και για να σας διαβεβαιώσω πως οι προσπάθειές σας, η δουλειά σας, και η γενναιοδωρία που αφιερώσατε σε αυτήν, ακόμα επιζούν σε ένα από τα σχολιαρόπαιδά σας το οποίο, παρά τα χρόνια που πέρασαν, δεν έχει παύσει να είναι ο ευγνώμων μαθητής σας. Σας εναγκαλίζομαι με όλη μου την καρδιά.

Αλμπέρ Καμύ

 


ΠΗΓΗ: https://thecaller.gr/