Έρνεστ Χέμινγουεϊ* - Απόσπασμα
{...} Ήτανε δύσκολο να τα καταφέρει στα σκοτεινά, και μια φορά που το ψάρι έδωσε ένα τράνταγμα, το έριξε κάτω, και του έκανε μια κοψιά κάτω από το μάτι, Το αίμα κατηφόρισε στο μάγουλό του για λίγο. Έπηξε όμως και ξεράθηκε, προτού να φτάσει στο σαγόνι, κι ο γέρος πήρε πάλι τη θέση του, μπροστά στην πλώρη, πάνω στα ξύλα. Βόλεψε το σακί, και με προσοχή μετατόπισε την πετονιά, στους ώμους του, και κρατώντας την τεζαρισμένη, υπολόγισε προσεκτικά το βάρος του ψαριού, κι έβαλε το χέρι του στη θάλασσα, για να λογαριάσει το δρόμο της βάρκας στο νερό.
Αναρωτιέμαι γιατί τραντάχτηκε έτσι, σκέφτηκε. Θα πρέπει να γλίστρησε το σύρμα απάνω στο λόφο της ράχης του. Βέβαια η ράχη του δεν μπορεί να το πονάει όσο πονάει η δικιά μου. Μα δεν μπορεί να τραβάει για πάντα τούτη τη βάρκα όσο μεγάλο και να ’ναι. Τώρα ξεκαθάρισα ό,τι θα μπορούσε να με βάλει σε μπελάδες κι έχω μπόλικο σκοινί για ρεζέρβα, ό,τι μπορεί να να ζητήσει ένας άνθρωπος. -
Ψάρι είπε γλυκά και δυνατά. Θα κάτσω κοντά σου μέχρι να πεθάνω. Υποθέτω, πως κι αυτό θα κάτσει μαζί μου, σκέφτηκε ο γέρος, και περίμενε ίσαμε να χαράξει. Έκανε ψύχρα τούτη την ώρα, πριν το χάραμα, και μαζεύτηκε απάνω στο ξύλο για να ζεσταθεί. Μπορώ να το τραβήξω μέχρι κει που θ’ αντέξει κι αυτό, συλλογίστηκε.
{...} Ήτανε δύσκολο να τα καταφέρει στα σκοτεινά, και μια φορά που το ψάρι έδωσε ένα τράνταγμα, το έριξε κάτω, και του έκανε μια κοψιά κάτω από το μάτι, Το αίμα κατηφόρισε στο μάγουλό του για λίγο. Έπηξε όμως και ξεράθηκε, προτού να φτάσει στο σαγόνι, κι ο γέρος πήρε πάλι τη θέση του, μπροστά στην πλώρη, πάνω στα ξύλα. Βόλεψε το σακί, και με προσοχή μετατόπισε την πετονιά, στους ώμους του, και κρατώντας την τεζαρισμένη, υπολόγισε προσεκτικά το βάρος του ψαριού, κι έβαλε το χέρι του στη θάλασσα, για να λογαριάσει το δρόμο της βάρκας στο νερό.
Αναρωτιέμαι γιατί τραντάχτηκε έτσι, σκέφτηκε. Θα πρέπει να γλίστρησε το σύρμα απάνω στο λόφο της ράχης του. Βέβαια η ράχη του δεν μπορεί να το πονάει όσο πονάει η δικιά μου. Μα δεν μπορεί να τραβάει για πάντα τούτη τη βάρκα όσο μεγάλο και να ’ναι. Τώρα ξεκαθάρισα ό,τι θα μπορούσε να με βάλει σε μπελάδες κι έχω μπόλικο σκοινί για ρεζέρβα, ό,τι μπορεί να να ζητήσει ένας άνθρωπος. -
Ψάρι είπε γλυκά και δυνατά. Θα κάτσω κοντά σου μέχρι να πεθάνω. Υποθέτω, πως κι αυτό θα κάτσει μαζί μου, σκέφτηκε ο γέρος, και περίμενε ίσαμε να χαράξει. Έκανε ψύχρα τούτη την ώρα, πριν το χάραμα, και μαζεύτηκε απάνω στο ξύλο για να ζεσταθεί. Μπορώ να το τραβήξω μέχρι κει που θ’ αντέξει κι αυτό, συλλογίστηκε.











