Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Η χαρά είναι στα απλά


“Μια από την βασικές αιτίες που δεν χαιρόμαστε στην ζωή μας, είναι ότι περιμένουμε να συμβεί κάτι σπουδαίο, μεγάλο, φοβερό και εκπληκτικό, για να πούμε έχω αιτία να είμαι χαρούμενος.
Όμως δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα. Άδικα περιμένουμε.

Η ζωή είναι μικρά πολύ μικρά καθημερινά πράγματα. Εκεί είναι η ομορφιά της.
Μαθαίνουμε να μην αναβάλουμε την χαρά, περιμένοντας μια μεγάλη στιγμή.

Η χαρά είναι κρυμμένη στο πρωινό ξύπνημα, στην χαραυγή, στο καφέ ή τσάι που φτιάχνεις ή πίνεις.
Στην προσευχή που έχει ευχαριστία και δοξολογία. Σε ένα καντήλι που θα ανάψεις, σε ένα λιβάνι που θα μυρίσεις, στο φαγητό που ετοιμάζεις για σένα ή την οικογένεια σου.
Στην δουλειά που κάνεις ή μοιράζεσαι με άλλους ανθρώπους.

Στον περίπατο με έναν φίλο, με ένα ζώο ή με έναν καλό φίλο.
Στην βροχή που σε πλένει, στην γη που σε κρατά, στον αέρα που σε σκορπά, στην φωτιά που μέσα σου κεντά.
Στην χειραψία που είσαι παρών.
Στην αγκαλιά που δεν είσαι απών.
Στο φιλί που λαχταράς, στην ψυχή που αγαπάς στο έρωτα που δεν ρωτά.

Πάψε να τα αναβάλλεις όλα για μετά, δεν υπάρχει παρά μόνο στον νου σου, το μόνο που υπάρχει είναι το τώρα κι εσύ δυστυχώς έμεινες στο πουθενά...”

 (Από το βιβλίο
του π. Χαρ. Παπαδόπουλου: 
Κάθε τέλος μια αρχή”- 
Εκδ. ΑΡΜΟΣ )

 ΠΗΓΗ: http://plibyos.blogspot.gr/

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

“Μια φορά κι έναν καιρό…”

ΜΗΝΥΜΑ 
 ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ 
ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ (ΙΒΒΥ) 
 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ 
 (2 Απριλίου 2016) 

 Luciana Sandroni (Βραζιλία) 

 “Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια… πριγκίπισσα; Όχι. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια βιβλιοθήκη. 
Ήταν κι ένα κορίτσι που το έλεγαν Λουΐζα και πήγε πρώτη του φορά στη βιβλιοθήκη. Περπατούσε αργά, σέρνοντας μια τεράστια σάκα με ρόδες. Κοίταζε παντού τριγύρω με κατάπληξη: Ράφια κι άλλα ράφια γεμάτα με βιβλία… τραπέζια, καρέκλες, χρωματιστά μαξιλάρια, ζωγραφιές στους τοίχους και αφίσες. 
 «Έφερα μια φωτογραφία μου» είπε ντροπαλά στον βιβλιοθηκάριο. 
 «Θαυμάσια, Λουΐζα! Θα ετοιμάσω την κάρτα σου για τη βιβλιοθήκη. Στο μεταξύ, διάλεξε κάποιο βιβλίο. Μπορείς να διαλέξεις ένα και να το πάρεις στο σπίτι σου, εντάξει;» 
 «Ένα μόνο;» ρώτησε η Λουΐζα απογοητευμένη. 
 Χτύπησε το τηλέφωνο εκείνη τη στιγμή κι ο βιβλιοθηκάριος άφησε το κορίτσι μοναχό του να κάνει αυτή τη δύσκολη δουλειά, να διαλέξει μόνο ένα από τη θάλασσα εκείνη των βιβλίων στα ράφια. Η Λουΐζα έσερνε τη σάκα της τριγύρω κι έψαχνε, έψαχνε, ώσπου βρήκε την αγαπημένη της Χιονάτη. Το αντίτυπο εκείνο είχε σκληρό εξώφυλλο και πανέμορφες εικόνες. Με το βιβλίο στο χέρι, έσυρε ξανά τη σάκα και, καθώς έκανε να φύγει, κάποιος τη χτύπησε ελαφρά στον ώμο.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Ο κινηματογράφος είναι παιδί του μυθιστορήματος

Του συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη 

 “...Αν υπάρχει ένα είδος λόγου που αγάπησαν οι αναγνώστες αλλά μίσησαν οι λόγιοι, αυτό είναι το μυθιστόρημα. Κι αυτή η μορφή αφήγησης που, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, θεμελιώθηκε από τον Θερβάντες και τον Ραμπελαί, έβγαλε ουσιαστικά την ανθρωπότητα από τον αναγνωστικό της μεσαίωνα κι έκανε την ανάγνωση δημοφιλή δραστηριότητα. Το σύγχρονο μυθιστόρημα αποτελεί αναμφίβολα δώρο της Ευρώπης στον πολιτισμένο κόσμο κι έχει καταφέρει να ηγεμονεύσει στο παγκόσμιο τοπίο του πνεύματος περισσότερο από δύο αιώνες τώρα. 
 Η βασική αρετή του έγκειται στο ότι μπορεί να συγκεράσει τη σύνολη γνώση και εμπειρία μιας εποχής με τρόπο που κανένα άλλο αφηγηματικό είδος δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα. 
Αν φανταστεί κανείς το μυθιστόρημα σαν ένα τρίγωνο, οι δύο του πλευρές είναι ασφαλώς η κινηματογραφική και η φιλοσοφική του διάσταση. Δεν είναι τυχαίος ο ορισμός του Καμύ: 
“Μυθιστόρημα είναι φιλοσοφία σε εικόνες”, όπως κι η παρότρυνσή του: “Θέλεις να φιλοσοφήσεις, γράψε μυθιστόρημα”. Στην πραγματικότητα η εκτεταμένη αφήγηση παραμένει απλώς ένα φιλοσοφικό σχόλιο στην ανθρώπινη ύπαρξη κι ο δεινός μυθιστοριογράφος δεν αφηγείται απλώς τη δράση του, αλλά τη σκηνοθετεί. Υπ' αυτή την έννοια δεν έχουν άδικο όσοι ισχυρίζονται ότι ο κινηματογράφος είναι παιδί του μυθιστορήματος! 

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ


Συμμετέχοντας στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης -21 του Μάρτη, πρώτη ημέρα της Άνοιξης- δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα από την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (Εκδ. Ίκαρος)

 “Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς, ν’ ακριβολογώ μες στα μυστήρια. 

Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας. Άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα. Άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι. Άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά. 

Με καθαρούς τόνους, θέλω να πω, που – αλίμονο – τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο αυτοί που ολοένα περισσότερο απομακρύνονται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κάθε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει. 

Θέλουμε – δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ’ αυτό που μας συντηρεί και σ’ αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό, το θνησιμαίο, αείζωο. 

Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.”

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Καθαρή Δευτέρα των χαρταετών...

«Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα.
Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια.
Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […]
Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός.
Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά.
Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.»
Κοσμάς Πολίτης, «Στου Χατζηφράγκου», εκδ.Εστία

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

“Άνθρωπος στο πηγάδι”

Με αφορμή γενέθλια του Μάνου Ελευθερίου (12 του Μάρτη) δημοσιεύουμε κείμενό του που έγραψε, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο “Άνθρωπος στο πηγάδι” (Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ).
 Ευχόμαστε στον Συριανό Λογοτέχνη
“ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ & ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ! 
 Να είναι γερός και δυνατός ως “αιώνιος έφηβος”!

 «Με τα πηγάδια έχω μια μυστική σχέση. Το πρώτο παραμύθι που θυμάμαι από τη γιαγιά μου αναφερόταν σε κάποιο πηγάδι. Ένας "δράκος" είχε φυλακίσει εκεί μέσα ένα κορίτσι αφάνταστης ομορφιάς. Ξέχασα τα υπόλοιπα. 
 Η πατρίδα μου, η Σύρος, έχει πολλές στέρνες στις κουζίνες των σπιτιών και πολλά πηγάδια στις εξοχές. Το νερό το αγαπούν και το σέβονται. Κάποτε έκαναν λιτανείες για να βρέξει. Δεν πρόλαβα τέτοιες τελετές. Το 1983 κυκλοφόρησα μια ποιητική συλλογή με τίτλο "Το μυστικό πηγάδι", φόρος τιμής στις παιδικές αναμνήσεις μου. 
 Το βρόχινο νερό που είχαν στις στέρνες ήταν για τη λάτρα του σπιτιού και για το λούσιμο των μαλλιών. Ακόμη θυμάμαι το μπρούντζινο σκέπασμα να γυαλίζει κι εκείνο τον αντίλαλο της φωνής που επέστρεφε μπάσα και άγνωστη. 

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Η γυναίκα στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη


Στο έργο του «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» είναι φανερή η  — νιτσεΐκή *  στη βάση της — θέση του άντρα απέναντι στη γυναίκα :
 « Όχι, δεν έχει άλλο πράμα στο νου της, αφεντικό. Άκου με εμένα πού είδα κι έπαθα κι έκαμα πολλά κι έβαλα, ας πούμε, γνώση. Η γυναίκα δεν έχει άλλο πράμα στο νου της, είναι άρρωστο πράμα, σου λέω, παραπονιάρικο. Αν δεν της πεις πως την αγαπάς και πως τη θές, αρχίζει τα κλάματα. Μπορεί να μη σε θέλει καθόλου, να σε σιχαίνεται μάλιστα, μπορεί νά σου πει όχι' άλλο πράμα αυτό. Μπορεί. Μα θέλει πάντα όποιος τη δει να την πεθυμήσει. Αυτό θέλει η κακομοίρα, κάμε της λοιπόν το χατίρι!».
«Η γυναίκα είναι μιά πηγή δροσερή, σκύβεις, θωράς το πρόσωπό σου, και πίνεις, πίνεις και τα κόκαλά σου τρί­ζουν. Κι ύστερα έρχεται ένας άλλος πάλι που διψάει, σκύβει κι αυτός, θωράει το πρόσωπό του και πίνει. Κι ύστερα ένας άλλος... Αυτό θα πει πηγή, αυτό θα πει γυναίκα».