Η ομορφιά της δεν είναι απλώς η μελαγχολική και παράδοξη ομορφιά που αποτυπώνει, τόσο στα πρόσωπα, όσο και στα πράματα, ο θάνατος. Πλάι στη σύγχρονη πόλη, την εμπορική και νεοπλουτική, η παλιά πολιτεία δημιουργεί μιαν αντίθεση συγκινητική. Θυμίζει τις γερασμένες αρχόντισσες που διατηρούνε στα μαραμένα τους χαρακτηριστικά τα ίχνη μιας εξαϋλωμένης ομορφιάς και στη μελαγχολία του βλέμματός τους μακρινά οράματα μεγαλείων. Τα βράδια, όταν ανάβουν τα φώτα της προκυμαίας στην Ερμούπολη κι ακούγονται ήχοι φωνογράφων κι ο κόσμος πηγαινοέρχεται στην πλακοστρωμένη πλατεία, η παλιά Σύρος απομένει σιωπηλή και σχεδόν σκοτεινή. Ίσως να ήταν μια εποχή που η ζωή της νέας πολιτείας να τη γέμιζε ζήλεια και πικρία. Σήμερα, όμως, αισθάνεται κανείς ότι την αφήνει αδιάφορη. Έχει την υπέρτατη αδιαφορία των ανθρώπων που, χωρίς ακόμα να έχουν πεθάνει, έχουν παύσει ν’ ανήκουν στη ζωή…»
«Σύρα, η Απάνω Χώρα σου, με την ανηφοριά σου…» σιγοτραγουδούσα αφήνοντας πίσω μου την έρημη πολιτεία με την απορία να βασανίζει το μυαλό: «Γιατί; Γιατί;» Υπάρχει, άραγε, απάντηση; «ΣΥΡΙΑΝΑΚΙ»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου