του Γιάννη Παλαβού*
Καμιά φορά σκέφτομαι, μισοαστεία-μισοσοβαρά, ότι για μένα που δε θρησκεύομαι οι βιβλιοθήκες είναι ό,τι πλησιέστερο σε ναό. Είναι ένας χώρος όπου είμαι καλοδεχούμενος ανεξαρτήτως τού ποιος ή πώς είμαι, ένας χώρος όπου βρίσκω ησυχία, όπου ανοίγω εσωτερικό διάλογο με φωνές υπερβατικές. Όπως και να ’χει, στις βιβλιοθήκες οφείλω την επαφή μου με τη λογοτεχνία, με την ανάγνωση και τη γραφή ως αισθητικά γεγονότα και τρόπους αυτοκατανόησης.
Μεγαλώνοντας σ’ ένα σπίτι όπου δεν υπήρχαν βιβλία, περνούσα πολλά απογεύματα στην «Παιδική και Εφηβική Βιβλιοθήκη» του Βελβεντού, της κωμόπολης όπου γεννήθηκα κι έζησα μέχρι να φύγω για σπουδές. Δεν αποκλείεται να βρέθηκα εκεί από ένα αίσθημα δειλίας, αδυναμίας ν’ ανταποκριθώ στις απαιτήσεις τού όντως (δηλαδή: συγκρουσιακού) κόσμου. Αλλά πάλι δεν ξέρω. Μπορεί απλώς να προβάλλω στην παιδική μου ηλικία θέματα που αντιμετωπίζω τώρα ως ενήλικας.
Ένα είναι σίγουρο: στη βιβλιοθήκη άρχισα ν’ ανακαλύπτω έναν κόσμο με πολλαπλές δυνατότητες για γνώση και διασκέδαση∙ άρχισα να κοινωνικοποιούμαι, να γίνομαι δραστήριος. Βιβλία, κόμικς, άτλαντες, παιχνίδια, σκάκι, δίσκοι, συζητήσεις, εκδρομές, επαφή με άγνωστα πράγματα –διψούσα για όλ’ αυτά και η βιβλιοθήκη μού τα πρόσφερε.






