Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου Η ΚΡΥΦΗ ΠΟΡΤΑ, που θα κυκλοφορήσει στις 25 Φεβρουαρίου από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
"ΠΑΣΧΙΖΩ ΚΑΙ ΙΔΡΟΚΟΠΩ για κάτι που κανένας δεν μου ζήτησε!
Ο Ευγένιος έσπρωξε πέρα το διπλωτό τραπεζάκι με τις ριγωμένες κόλες σκόρπιες γύρω από μια νέα σελίδα, γραμμένη μισή, και το στιλό διαρκείας κύλησε πάνω της ώσπου η ακίδα στο καπάκι να το σταματήσει.
Ο ήλιος πλησίαζε το σημείο του μεσημεριού, έμπαινε λοξά και ζωγράφιζε στο πάτωμα τις γρίλιες. Από το παράθυρο φαίνονταν δυο πολυκατοικίες. Για την ακρίβεια, τα τελευταία ρετιρέ με τα μπαλκόνια, τις γλάστρες, τις πάνινες πλιάν που έβγαιναν σαν έφτιαχνε ο καιρός, και τις τέντες, άλλες κατεβασμένες, άλλες τραβηγμένες.
Η παλιά αστική γειτονιά είχε γεμίσει φοιτητές, άγνωστα πρόσωπα που κρατούσαν τα διαμερίσματα για λίγο, τα άφηναν σε ένα ή δύο χρόνια, και γέμιζαν οι ιδιοκτήτες με ενοικιαστήρια τις εισόδους και τους τοίχους. Κάποια έμεναν εκεί για πάντα, αφού κανείς δεν σκοτιζότανε να τα αφαιρέσει. Για τους παλιούς κατοίκους, όσους απόμεναν, η παρακμή δεν ήταν τόσο ορατή, καθώς συνέτρεχε με τη δική τους. Γερνούσαν στην ίδια μεριά της πόλης όπου κάποτε ήτανε νέοι. Και τον Ευγένιο ελάχιστα τον ενοχλούσε η μετάλλαξή της από αληθινή γειτονιά σε κέντρο διερχομένων. Του άρεσε που κάθε τόσο πρόβαλλαν στα απέναντι παράθυρα πρόσωπα νέα...
"ΠΑΣΧΙΖΩ ΚΑΙ ΙΔΡΟΚΟΠΩ για κάτι που κανένας δεν μου ζήτησε!
Ο Ευγένιος έσπρωξε πέρα το διπλωτό τραπεζάκι με τις ριγωμένες κόλες σκόρπιες γύρω από μια νέα σελίδα, γραμμένη μισή, και το στιλό διαρκείας κύλησε πάνω της ώσπου η ακίδα στο καπάκι να το σταματήσει.
Ο ήλιος πλησίαζε το σημείο του μεσημεριού, έμπαινε λοξά και ζωγράφιζε στο πάτωμα τις γρίλιες. Από το παράθυρο φαίνονταν δυο πολυκατοικίες. Για την ακρίβεια, τα τελευταία ρετιρέ με τα μπαλκόνια, τις γλάστρες, τις πάνινες πλιάν που έβγαιναν σαν έφτιαχνε ο καιρός, και τις τέντες, άλλες κατεβασμένες, άλλες τραβηγμένες.
Η παλιά αστική γειτονιά είχε γεμίσει φοιτητές, άγνωστα πρόσωπα που κρατούσαν τα διαμερίσματα για λίγο, τα άφηναν σε ένα ή δύο χρόνια, και γέμιζαν οι ιδιοκτήτες με ενοικιαστήρια τις εισόδους και τους τοίχους. Κάποια έμεναν εκεί για πάντα, αφού κανείς δεν σκοτιζότανε να τα αφαιρέσει. Για τους παλιούς κατοίκους, όσους απόμεναν, η παρακμή δεν ήταν τόσο ορατή, καθώς συνέτρεχε με τη δική τους. Γερνούσαν στην ίδια μεριά της πόλης όπου κάποτε ήτανε νέοι. Και τον Ευγένιο ελάχιστα τον ενοχλούσε η μετάλλαξή της από αληθινή γειτονιά σε κέντρο διερχομένων. Του άρεσε που κάθε τόσο πρόβαλλαν στα απέναντι παράθυρα πρόσωπα νέα...







