Του Μάνου Ελευθερίου
Ο Μάρτης έχει ένα σπίτι χτισμένο στους βοριάδες. Η σκεπή του είναι από χρυσά χελιδόνια κεντημένα σε ατλάζι. Οι φίλοι του Μάρτη είναι λίγοι, τέσσερις άνεμοι όλοι κι όλοι. Τους βλέπει μονάχα μια φορά τη βδομάδα. Ο γκαρδιακός του φίλος, όμως, είναι ο Βοριάς.
Παρ' όλο που είναι τριάντα ενός χρόνων, ο Μάρτης μένει μονάχος του. Όταν έχει κέφια, κατεβαίνει στους κήπους του και κλαδεύει τριανταφυλλιές. Μικρά ζωάκια της αγάπης από φως και μετάξι τρίβονται ναζιάρικα στα πόδια του. Μια γάτα στολισμένη με κόκκινες κορδέλες νιαουρίζει στην κορφή της σκάλας. Ο Μάρτης, σαν καλός ψαράς, της φέρνει σ' ένα πανεράκι τα ψαράκια της. Τα μάτια της γίνονται τότε δυο μικρές πράσινες φλόγες και τον κοιτάζει μ' εμπιστοσύνη.
Του Μάρτη του αρέσει να φτιάχνει καραβάκια με μικρά κομμάτια ουρανού. Τα χαρίζει στα παιδιά της γειτονιάς του.
Από Μάρτη καλοκαίρι
κι από Αύγουστο χειμώνα
Ο Μάρτης έχει ένα σπίτι χτισμένο στους βοριάδες. Η σκεπή του είναι από χρυσά χελιδόνια κεντημένα σε ατλάζι. Οι φίλοι του Μάρτη είναι λίγοι, τέσσερις άνεμοι όλοι κι όλοι. Τους βλέπει μονάχα μια φορά τη βδομάδα. Ο γκαρδιακός του φίλος, όμως, είναι ο Βοριάς.
Παρ' όλο που είναι τριάντα ενός χρόνων, ο Μάρτης μένει μονάχος του. Όταν έχει κέφια, κατεβαίνει στους κήπους του και κλαδεύει τριανταφυλλιές. Μικρά ζωάκια της αγάπης από φως και μετάξι τρίβονται ναζιάρικα στα πόδια του. Μια γάτα στολισμένη με κόκκινες κορδέλες νιαουρίζει στην κορφή της σκάλας. Ο Μάρτης, σαν καλός ψαράς, της φέρνει σ' ένα πανεράκι τα ψαράκια της. Τα μάτια της γίνονται τότε δυο μικρές πράσινες φλόγες και τον κοιτάζει μ' εμπιστοσύνη.






